Αρχίζουν οι συζητήσεις για τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ).

Από τις 17 μέχρι και τις 21 Φεβρουαρίου, πρόκειται να επισκεφθεί την Αθήνα πολυμελής αντιπροσωπία Τούρκων στρατιωτικών εμπειρογνωμόνων, μαζί με διπλωμάτες αλλά και στελέχη της νομικής υπηρεσίας του τουρκικού υπουργείου Άμυνας.

Οι Τούρκοι αξιωματούχοι αναμένεται να θέσουν υπόψη της ελληνικής πλευράς τις αιτιάσεις της Τουρκίας για μια σειρά από θέματα, αρκετά από τα οποία αποτελούν πάγιες τουρκικές διεκδικήσεις.

Ήδη από τις αρχές της προηγούμενης εβδομάδας έχει φτάσει στο Πεντάγωνο η σχετική επιστολή του υπουργείου Άμυνας της Τουρκίας, μέσω της οποίας η ελληνική πλευρά ενημερώνεται και επίσημα τόσο για την πρόθεση της τουρκικής Κυβέρνησης να συνεχιστεί ο στρατιωτικός διάλογος όσο και για τα θέματα που επιθυμεί η Άγκυρα να τεθούν προς συζήτηση.

Η συγκεκριμένη επιστολή έχει τεθεί στο μικροσκόπιο των Ελλήνων επιτελών, οι οποίοι εμφανίζονται ιδιαίτερα επιφυλακτικοί και προβληματισμένοι ως προς ορισμένες από τις αναφορές της, δεδομένου ότι κατά τους δύο προηγούμενους κύκλους του ελληνοτουρκικού στρατιωτικού διαλόγου η τουρκική πλευρά άδραξε την ευκαιρία για να συμπεριλάβει στην ατζέντα των συζητήσεων και μια σειρά από επιπλέον θέματα που σχετίζονται άμεσα με τις προκλητικές διεκδικήσεις της στο Αιγαίο, όπως την αναγνώριση έξι μιλίων αντί για δέκα του εθνικού μας εναέριου χώρου.

Εξάλλου η Άγκυρα εξάλλου στη συζήτηση για τα ΜΟΕ επιχειρεί ούτως ή άλλως να εντάξει τις απαιτήσεις της στο ελληνικό αρχιπέλαγος, φροντίζοντας να τις συμπεριλάβει σε ένα ενιαίο πακέτο μέτρων θέτοντας κάθε φορά προς την ελληνική πλευρά το δίλημμα: «Ή θα τα συζητήσουμε όλα ή τίποτα».

Όσον αφορά στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας, εν αντιθέσει με τους δύο προηγούμενους κύκλους διαλόγου που το θέμα χειριζόταν η Γενική Διεύθυνση Πολιτικής Εθνικής Άμυνας και Διεθνών Σχέσεων, αυτή τη φορά τον πρώτο λόγο θα τον έχει το ΓΕΕΘΑ.

Πληροφορίες αναφέρουν ότι επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπίας θα είναι ο επιτελάρχης ΓΕΕΘΑ υποναύαρχος, Δημήτρης Καβουλάκος, ο οποίος ήταν και αυτός που είχε ηγηθεί του ελληνικού κλιμακίου που τον περασμένο Ιούνιο είχε μεταβεί στην Άγκυρα για τον ίδιο σκοπό.

Στις συναντήσεις που θα πραγματοποιηθούν αυτόν τον μήνα, η ανθρωπογεωγραφία της ελληνικής αντιπροσωπίας θα είναι πιο διευρυμένη σε σχέση με τις προηγούμενες δύο φορές και αυτό διότι στη σύνθεσή της, πέρα από στρατιωτικούς, αναμένεται να υπάρχουν και στελέχη του υπουργείου Εξωτερικών.

Τα συγκεκριμένα στελέχη, σε σχέση με τους στρατιωτικούς, εκτιμάται πως έχουν πιο εξειδικευμένη γνώση τόσο για τις νομικές πτυχές των ζητημάτων που πρόκειται να συζητηθούν όσο και για τις σχετικές θέσεις που διατυπώνει η χώρα μας σε επίπεδο διεθνών οργανισμών, μια και αρκετά από τα θέματα που έχει τοποθετήσει στην ατζέντα της συζήτησης η Άγκυρα μπορούν να απαντηθούν μόνο με βάση τις προβλέψεις που υπάρχουν σε διεθνείς συνθήκες και συμβάσεις.

Πάγια τακτική των Τούρκων στα σχετικά κείμενα που κατεβάζουν ως βάση συζήτησης με τους Έλληνες εμπειρογνώμονες για τα ΜΟΕ είναι να παίζουν με τις λέξεις και τις έννοιες, επιχειρώντας να εμπλέξουν την ελληνική πλευρά σε κάποιο είδος ανατολίτικου παζαριού προκειμένου να περάσουν με έμμεσο τρόπο τις πάγιες διεκδικήσεις τους σε βάρος της χώρας μας.

Στο πλαίσιο αυτό αναμένεται ότι θα καταθέσουν εκ νέου το σχέδιό τους για την εφαρμογή ενός πακέτου εννέα τεχνικών μέτρων με στόχο τη «ναυτική ασφάλεια» στο Αιγαίο.

Ενδεικτικά να σημειώσουμε ότι μεταξύ αυτών των μέτρων συμπεριλαμβάνονται οι απαιτήσεις να μη γίνονται υπερπτήσεις ελληνικών μαχητικών πάνω από τα πολεμικά τους πλοία, αλλά ούτε και αυτά να «κλειδώνονται» από τα ραντάρ των ελληνικών όπλων όταν διαπλέουν το Αιγαίο.

Πάντως, σε κάθε περίπτωση η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εθνικής Άμυνας, όπως άλλωστε και ο ίδιος ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, έχουν αναφέρει σε δηλώσεις τους ότι θεωρούν πως οι δίαυλοι επικοινωνίας με την Τουρκία θα πρέπει με κάθε τρόπο να παραμείνουν ανοιχτοί.

Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η επιστολή που απέστειλε το ΥΠΕΘΑ τον περασμένο Δεκέμβριο προς το τουρκικό υπουργείο Άμυνας, μέσω της οποίας γνωστοποιούνταν η πρόθεση της ελληνικής πλευράς να συνεχιστεί ο διάλογος για τα ΜΟΕ.