Εκ πρώτης όψεως μοιάζει σαν ένα παιχνίδι με τις λέξεις: ο μεν Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να μεταστρέψει το λεξιλόγιο και τη φρασεολογία τού κόμματός του σε μία ρητορική πιο συμβατή με τον χώρο και τον κόσμο του πολιτικού Κέντρου, την ώρα που η εσωκομματική αντιπολίτευση και η αριστερή μειοψηφία του κόμματος επιμένουν στις παλιές… δοκιμασμένες συνταγές.
Ωστόσο, πίσω από τις λεκτικές διαφωνίες κρύβεται ένα έντονα πολιτικό και ιδεολογικό μπρα ντε φερ, που ξεκινά τώρα και θα κορυφωθεί στον δρόμο για το συνέδριο του κόμματος, που, κορωνοϊού επιτρέποντος, δεν αποκλείεται να διεξαχθεί φυσικώ τω τρόπω ακόμη και τον ερχόμενο Σεπτέμβριο - φαίνεται ότι στον ΣΥΡΙΖΑ δεν πολυπιστεύουν αυτά που οι ίδιοι λένε ότι ο τουρισμός άνοιξε με… ανασφάλεια και θα προκαλέσει αναζωπύρωση της πανδημίας.
Ας τα πάρουμε, όμως, από την αρχή: με αφορμή την πρόταση του Τζο Μπάιντεν για τα εμβόλια και την άρση των πατεντών, ο Αλέξης Τσίπρας προσπαθεί εδώ και εβδομάδες να εκτοπίσει τη διαχείριση της πανδημίας από την επικαιρότητα και να θέσει άλλα πολιτικά διακυβεύματα, που προσπαθεί να τα μετατρέψει σε κεντρική συζήτηση στη δημόσια σφαίρα. Μάλιστα, αυτό το κάνει με κάθε τρόπο - ακόμη και άρθρο στην «Καθημερινή» αναγκάστηκε να γράψει, για να υμνήσει τον Τζο Μπάιντεν και να απευθυνθεί σε κεντρογενείς ψηφοφόρους - ξέρετε: απ’ αυτούς που ακούνε Πολάκη και παθαίνουν αλλεργία…
Σύμφωνα, λοιπόν, με το κυρίαρχο αφήγημα του Αλέξη Τσίπρα, μετά την πανδημία ξημερώνει ένας «καινούργιος κόσμος» που απαιτεί «νέες ιδέες» και «νέες πολιτικές». Κατά τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, σε αυτήν την κατηγορία των «νέων ιδεών» συμπεριλαμβάνεται η πρόταση του αμερικανού προέδρου για την άρση της προστασίας των πατεντών, αλλά και για το νεοκεϋνσιανό οικονομικό πρόγραμμα που εφαρμόζει για να κρατήσει ζωντανή την οικονομία των ΗΠΑ.
Μάλιστα, ο Αλέξης Τσίπρας προσπαθεί να φτιάξει ένα δίπολο, περιγράφοντας τον εαυτό του ως μέρος των «προοδευτικών δυνάμεων» που έχουν αυτές τις «νέες ιδέες» και τον Κυριάκο Μητσοτάκη ως μέρος του «παλιού», που «έβγαλε από το χρονοντούλαπο τις νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες του ’80, τις πολιτικές του Ρίγκαν και της Θάτσερ», όπως τόνισε χαρακτηριστικά.
Αυτό, λοιπόν, το παιχνίδι με τις λέξεις υπηρετεί πολλαπλούς σκοπούς: πρώτον, έπειτα από 4,5 χρόνια δραματικής διακυβέρνησης και το «μαύρο» στις κάλπες του 2019, στην Κουμουνδούρου φοβούνται ότι έχουν παλιώσει. Γι’ αυτό και εμφανίζονται ως φορείς του «νέου». Πέραν αυτού, η προσπάθεια Τσίπρα να πείσει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρεσβεύει το «νέο» υπηρετεί και εσωκομματικές σκοπιμότητες: θα τον βοηθήσει, δηλαδή, να αφήσει δίπλα του μόνον τους «δικούς» του και να οδηγήσει στην αναγκαστική συνταξιοδότηση τους παλιούς.
Γιατί, για παράδειγμα, «γίνεται να λέμε ότι είμαστε το νέο και να έχουμε στην πρώτη γραμμή τον Βούτση, τον Φίλη, τον Παπαδημούλη και τον Ευκλείδη;», όπως διερωτάται ένας παρορμητικός «τριαντάρης», που ανήκει στην «προεδρική φρουρά». Βέβαια, η απάντηση σ’ αυτό θα μπορούσε να είναι πως ο… αμερικανός πρόεδρος διάγει αισίως την 8η δεκαετία της ζωής του, αλλά αυτό είναι μια άλλη μεγάλη συζήτηση.
Όπως και να έχει, αυτό το «νέο» για τον Αλέξη Τσίπρα σηματοδοτεί τη μεταμόρφωση του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα κεντρώο μετριοπαθές κόμμα εξουσίας, που ψηφίζει τη συνέχιση της επένδυσης στο Ελληνικό, που μετράει τα λόγια του όταν μιλάει για το Παλαιστινιακό (πάνε οι εποχές που ο Τσίπρας κατέβαινε στο Σύνταγμα με παλαιστινιακή μαντίλα…) και που μιλάει για «ανισότητες», «πράσινη μετάβαση», «πολιτική συνοχής», «ψηφιακό μετασχηματισμό», «παραγωγική ανασυγκρότηση». Πάνε οι «Πινοσέτ», η «κοινωνική οργή», οι «εντολοδόχοι της τρόικας», η «ανθρωπιστική κρίση», η «φτωχοποίηση» και άλλα ηχηρά παρόμοια.
Δεν πρόκειται, μ’ άλλα λόγια, για απλή αλλαγή ρητορικής, αλλά για την κεκαλυμμένη προσπάθεια του Αλέξη Τσίπρα να μετατρέψει τον ΣΥΡΙΖΑ σε κάτι άλλο απ’ αυτό που είναι, ακόμη και εξωθώντας στο «αντάρτικο» όλα τα στελέχη της «ιστορικής ηγεσίας» και την εσωκομματική αντιπολίτευση της «Ομπρέλας». Για όσους έχουν επαφή με την «κουζίνα» της Κουμουνδούρου, εξάλλου, το γεγονός ότι η εκπροσώπηση του ΣΥΡΙΖΑ στη διαδήλωση έξω από την Ισραηλινή πρεσβεία στην Αθήνα ήταν τόσο ενισχυμένη - όταν μιλάμε για τους «53» και τους λοιπούς της εσωκομματικής αντιπολίτευσης, ασφαλώς - δεν ήταν τυχαίο.
Ήταν, αντιθέτως, ένα μήνυμα στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ότι ο Ευκλείδης Τσακαλώτος και οι συν αυτώ δεν θα ανεχθούν το «στρογγύλεμα» των θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ εφ’ όλης της ύλης. Και αυτό δεν αφορά μόνον το Παλαιστινιακό - ούτε καν κυρίως αυτό - αλλά τις θέσεις του κόμματος για την κοινωνία, την οικονομία, το περιβάλλον κ.α.
Όλα αυτά, που αποτελούν ισχυρές διαφωνίες στο εσωτερικό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, θα αρχίσουν να φαίνονται τις επόμενες ημέρες, αφού οι διεργασίες μεταξύ των στελεχών της εσωκομματικής αντιπολίτευσης οργιάζουν. Οι διαφωνίες, μάλιστα, θα είναι εφ’ όλης της ύλης, θα καταγράφονται με δημόσιες τοποθετήσεις και, ταυτοχρόνως, παρακολουθώντας κάποιος τη φρασεολογία κάθε στελέχους, θα καταλαβαίνει ποιος στηρίζει τις αποφάσεις Τσίπρα και ποιος όχι. Κάπως έτσι, ο ΣΥΡΙΖΑ θα πορευθεί σε ένα φορτισμένο καλοκαίρι και θα φτάσει στο συνέδριο του Σεπτεμβρίου.
Εκεί, δηλαδή, που θα βγουν τα μεγάλα μαχαίρια - φαινομενικά για τις λέξεις και τις έννοιες, επί της ουσίας για τη νομή της (εσωκομματικής) εξουσίας. Εξάλλου, και το σχίσμα του 1054 φαινομενικά έγινε για μια λέξη: για το «filioque».