Μήνυμα ότι η Ελλάδα δεν παρακολουθεί τις εξελίξεις, αλλά πρωταγωνιστεί στη διαμόρφωσή τους, έστειλε ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, στην πρώτη του δημόσια παρέμβαση μετά τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ, υπερασπιζόμενος τη στρατηγική της κυβέρνησης απέναντι στην Τουρκία και απαντώντας στην κριτική της αντιπολίτευσης.
Μιλώντας στην ΕΡΤ, υπογράμμισε ότι η χώρα βρίσκεται σήμερα στον πυρήνα των ευρωπαϊκών και νατοϊκών εξελίξεων, σημειώνοντας πως «η Ελλάδα αποτελεί έναν ισχυρότατο εταίρο στο ΝΑΤΟ και έναν ισχυρότατο πυλώνα στην Ευρωπαϊκή Ένωση».
Όπως ανέφερε, παρά τη θερμή υποδοχή που επιφύλαξε η τουρκική πλευρά στον Ντόναλντ Τραμπ, «κανένας δεν μπορεί να πει ότι υπάρχει οποιαδήποτε δέσμευση ή υπόσχεση» για τα εξοπλιστικά της Άγκυρας, προσθέτοντας ότι όλα τα υπόλοιπα αποτελούν εικασίες.
«Η Ελλάδα όχι απλώς δεν είναι θεατής, αλλά είναι πρωταγωνιστής των εξελίξεων», τόνισε, επισημαίνοντας ότι από το 2019 μέχρι σήμερα η χώρα έχει ενισχύσει σημαντικά τις αμυντικές της δυνατότητες, συμμετέχοντας πλέον στο πρόγραμμα των F-35 και στην αναβάθμιση των F-16.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο κ. Γεραπετρίτης στο τουρκικό casus belli, χαρακτηρίζοντάς το «τεράστιο βαρίδι» τόσο για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις όσο και για την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας.
«Η αίσθησή μου είναι ότι θα μπορούσε να υπάρξει άρση. Θα ήταν χρήσιμο, αλλά νομίζω ότι είναι οφειλόμενο», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Ο υπουργός υποστήριξε ότι δεν μπορεί να νοείται, υπό το σημερινό διεθνές δίκαιο, μια χώρα που επιδιώκει να συμμετέχει στη διεθνή αρχιτεκτονική ασφαλείας να διατηρεί απειλή πολέμου απέναντι σε γειτονικό και συμμαχικό κράτος.
«Το να μην συζητάμε με την Τουρκία θα ήταν πολιτική καταστροφής»
Απαντώντας σε όσους ζητούν τη διακοπή κάθε διαλόγου με την Άγκυρα, ο Γιώργος Γεραπετρίτης υποστήριξε ότι μια τέτοια επιλογή θα ήταν λανθασμένη.
«Το να μην συζητάμε καθόλου με την Τουρκία είναι πραγματικά μια πολιτική καταστροφής», ανέφερε, σημειώνοντας ότι όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις της Μεταπολίτευσης διατηρούσαν διαύλους επικοινωνίας με τη γειτονική χώρα.
Μάλιστα, υπενθύμισε ότι επί πρωθυπουργίας Αντώνη Σαμαρά πραγματοποιήθηκαν 2 συναντήσεις με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και 6 κύκλοι διερευνητικών επαφών.
«Το κρίσιμο είναι αν από τον διάλογο η Ελλάδα βγαίνει ωφελημένη ή ζημιωμένη. Και μπορώ να σας πω με βεβαιότητα ότι από την τελευταία τριετία η Ελλάδα έχει βγει απολύτως ωφελημένη», υπογράμμισε.
Απαντώντας στις αιτιάσεις περί ύπαρξης μυστικών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία, ο κ. Γεραπετρίτης απέρριψε κατηγορηματικά τους σχετικούς ισχυρισμούς.
«Τα περί μυστικής διπλωματίας είναι αποκυήματα της φαντασίας ορισμένων, οι οποίοι απλώς προσπαθούν να θέσουν προβλήματα στην ελληνική διπλωματία», είπε.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι ενημερώνει συστηματικά τη Βουλή, το Εθνικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής, την αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή και τους πολιτικούς αρχηγούς. «Δεν υπάρχει οτιδήποτε μυστικό», τόνισε, προσθέτοντας ότι «στη σημερινή εποχή, όταν όλα καθίστανται δημόσια, η συζήτηση περί μυστικής διπλωματίας είναι εκτός πραγματικότητας».
«Ο κ. Τσίπρας ψεύδεται για τα F-35»
Ο υπουργός Εξωτερικών απάντησε και στην κριτική του Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος χαρακτήρισε ως εθνική ήττα τις νεότερες εξελίξεις με την Τουρκία και τα F-35.
«Ο κ. Τσίπρας ψεύδεται - και το λέω ευθέως - ότι κατά την περίοδο της δικής του διακυβέρνησης η Τουρκία ήταν εκτός προγράμματος F-35. Καθ' όλη τη διάρκεια της θητείας του κυρίου Τσίπρα, η Τουρκία όχι μόνο ήταν πελάτης των F-35, αλλά ήταν και συμπαραγωγός χώρα», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η Άγκυρα αποβλήθηκε από το πρόγραμμα στο τέλος του 2019 λόγω της αγοράς των ρωσικών S-400. Αντιθέτως, όπως είπε, επί κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη η Ελλάδα εντάχθηκε στο πρόγραμμα των F-35.
Ο κ. Γεραπετρίτης άσκησε συνολική κριτική στην εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, διερωτώμενος γιατί δεν προχώρησε σε συμφωνίες οριοθέτησης ΑΟΖ, σε επέκταση χωρικών υδάτων, στον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό ή στην αξιοποίηση των υδρογονανθράκων νοτίως της Κρήτης.
Όπως σημείωσε, όλα αυτά υλοποιήθηκαν από τη σημερινή κυβέρνηση, η οποία - όπως είπε - κατάφερε να ενισχύσει τις εθνικές θέσεις μέσα στη δυσκολότερη διεθνή συγκυρία μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
«Η διεθνής παράσταση του κυρίου Τσίπρα δεν μπορεί να συγκριθεί με της παρούσας κυβέρνησης», ανέφερε, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα διαθέτει σήμερα «εξαιρετικά ισχυρό λόγο» στα διεθνή φόρα, παρά τις γεωπολιτικές αναταράξεις και τους πολέμους στην ευρύτερη περιοχή.