Με σαφή διάθεση να περιγράψει όχι μόνο τις κυβερνητικές προτεραιότητες των επόμενων μηνών αλλά και το πολιτικό αφήγημα με το οποίο η Νέα Δημοκρατία θα κινηθεί προς τις εθνικές εκλογές, εμφανίστηκε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη συνέντευξη Τύπου της ΔΕΘ.
Ο πρωθυπουργός επιχείρησε να συνδέσει τις οικονομικές παρεμβάσεις που ανακοίνωσε με ένα ευρύτερο σχέδιο τετραετίας, παρουσιάζοντας την κυβερνητική σταθερότητα ως βασική προϋπόθεση για την υλοποίησή του. Παράλληλα, αναγνώρισε κυβερνητικά λάθη, μεταξύ άλλων στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, χωρίς ωστόσο να αποδεχθεί τη λογική της συνολικής απαξίωσης της κυβερνητικής πορείας. Η χαρακτηριστική φράση του ήταν «ναι στην κριτική, όχι στο αυτομαστίγωμα».
Το πακέτο των 2,2 δισ. και η μάχη με την ακρίβεια
Ιδιαίτερο βάρος έδωσε ο πρωθυπουργός στο πακέτο παρεμβάσεων ύψους 2,2 δισ. ευρώ, το οποίο περιλαμβάνει φορολογικές ελαφρύνσεις και μέτρα που αφορούν εισοδήματα, οικογένειες, συνταξιούχους και στεγαστική πολιτική.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναγνώρισε ότι η ακρίβεια αποτελεί σήμερα το σημαντικότερο πρόβλημα για τα νοικοκυριά, επέμεινε όμως ότι η απάντηση δεν μπορεί να είναι μια γενικευμένη πολιτική οριζόντιων μειώσεων φόρων, απορρίπτοντας ειδικά τη μείωση του ΦΠΑ ως αποτελεσματικό εργαλείο για τη συγκράτηση των τιμών.
Η κυβερνητική προσέγγιση παραμένει προσανατολισμένη σε στοχευμένες παρεμβάσεις, με το Μέγαρο Μαξίμου να προβάλλει ως βασικό πλεονέκτημα τη δημοσιονομική δυνατότητα που έχει δημιουργηθεί τα προηγούμενα χρόνια.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και το ενεργειακό κόστος. Ο πρωθυπουργός έθεσε ως στόχο τη μείωση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος κατά 30% μέσα στην επόμενη τριετία, αναδεικνύοντας την ενέργεια σε μία από τις κεντρικές οικονομικές προκλήσεις της επόμενης περιόδου.
Εκλογές την άνοιξη του 2027 και επιμονή στην αυτοδυναμία
Ξεκάθαρος ήταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ως προς τον χρόνο των επόμενων εθνικών εκλογών, τις οποίες τοποθέτησε την άνοιξη του 2027, αποκλείοντας στην πράξη σενάρια πρόωρης προσφυγής στις κάλπες.
Ταυτόχρονα, επανέφερε με έμφαση τον στόχο της αυτοδυναμίας της Νέας Δημοκρατίας, υποστηρίζοντας ότι οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις διαθέτουν μεγαλύτερη δυνατότητα ταχείας λήψης αποφάσεων και αποφεύγουν τις παρατεταμένες διαπραγματεύσεις μεταξύ κυβερνητικών εταίρων.
Ο ίδιος επιχείρησε, πάντως, να αποσυνδέσει αυτή τη θέση από την κατηγορία της αλαζονείας, επισημαίνοντας ότι η Νέα Δημοκρατία δεν πρέπει να εμφανίζεται ως η μοναδική πιθανή κυβερνητική επιλογή, αλλά να διεκδικήσει εκ νέου την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων.
Το ενδεχόμενο μιας λεγόμενης «κυβέρνησης ηττημένων» αντιμετωπίστηκε με εμφανή ειρωνεία. Ο πρωθυπουργός επέμεινε ότι η πολιτική κανονικότητα επιβάλλει η προσπάθεια σχηματισμού κυβέρνησης να ξεκινά από το πρώτο κόμμα και τον αρχηγό του.
Παράλληλα, μετέφερε την πίεση προς το ΠΑΣΟΚ, υπενθυμίζοντας ότι η Χαριλάου Τρικούπη έχει αποκλείσει με συνεδριακές αποφάσεις το ενδεχόμενο συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υποστήριξε ότι σε περίπτωση αδυναμίας σχηματισμού κυβέρνησης μετά τις εκλογές, οι πολιτικές δυνάμεις θα πρέπει να εξηγήσουν στους πολίτες ποια εναλλακτική προτείνουν.
Σκληρή γραμμή απέναντι στον Αλέξη Τσίπρα
Από τα πρόσωπα που βρέθηκαν περισσότερο στο στόχαστρο του πρωθυπουργού ήταν ο Αλέξης Τσίπρας.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης σχολίασε δηκτικά τις κινήσεις επανεμφάνισης του πρώην πρωθυπουργού, λέγοντας ότι «τζάμπα πήγε το rebranding», ενώ επιχείρησε να συνδέσει τις νέες εξαγγελίες του με την πολιτική περίοδο πριν από την ανάληψη της διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ.
Ο πρωθυπουργός υποστήριξε ακόμη ότι πολιτικές προτάσεις οι οποίες δεν συνοδεύονται από σαφή δημοσιονομική τεκμηρίωση δεν μπορούν να αποτελέσουν αξιόπιστη κυβερνητική εναλλακτική.
Την ίδια στιγμή απέρριψε την εκτίμηση ότι η πολιτική επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα θα μπορούσε να εξυπηρετεί εκλογικά τη Νέα Δημοκρατία. Όπως τόνισε, τα κόμματα δεν επιλέγουν τους αντιπάλους τους και είναι οι πολίτες εκείνοι που αποφασίζουν ποιος κυβερνά και ποιος βρίσκεται στην αντιπολίτευση.
Η αντιπαράθεση με το ΠΑΣΟΚ και η αναφορά στη δεκαετία του ’80
Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίστηκε ο Κυριάκος Μητσοτάκης και απέναντι στο ΠΑΣΟΚ, εστιάζοντας κυρίως στη δημοσιονομική διάσταση των προτάσεών του.
Ο πρωθυπουργός συνέδεσε τη σημερινή συζήτηση για τις δημόσιες δαπάνες με την ανάγκη αποκλιμάκωσης του δημόσιου χρέους, παρουσιάζοντας τη μείωσή του ως σημαντική κατάκτηση της οικονομικής πολιτικής.
Παράλληλα, σχολίασε τις αναφορές του ΠΑΣΟΚ στην πολιτική κληρονομιά της δεκαετίας του 1980, αντιπαραβάλλοντας την τότε μεγάλη αύξηση του δημόσιου χρέους με τη σημερινή δημοσιονομική στρατηγική.
Με τον τρόπο αυτό, η κυβέρνηση επιχειρεί να μεταφέρει την πολιτική αντιπαράθεση από το επίπεδο των εξαγγελιών στο ερώτημα ποια μέτρα είναι πράγματι εφαρμόσιμα και ποια μπορούν να χρηματοδοτηθούν χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η δημοσιονομική ισορροπία.
Το αυστηρό μήνυμα προς τον Αντώνη Σαμαρά
Ιδιαίτερο πολιτικό βάρος είχαν και οι αναφορές του Κυριάκου Μητσοτάκη στον Αντώνη Σαμαρά.
Ο πρωθυπουργός απέκλεισε ουσιαστικά το ενδεχόμενο πολιτικής συνεννόησης με τον πρώην πρωθυπουργό υπό τις σημερινές συνθήκες, επικαλούμενος τις διαφοροποιήσεις του τελευταίου σε βασικά ζητήματα εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής.
Η φράση του ότι ο Αντώνης Σαμαράς διαθέτει «τεχνογνωσία στο πώς να κάνει κακό στην παράταξη» ήταν μία από τις πλέον αιχμηρές της συνέντευξης, συνοδευόμενη από την προτροπή να σκεφτεί την πολιτική του υστεροφημία.
Η αναφορά αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς τα σενάρια για τις επόμενες κινήσεις του πρώην πρωθυπουργού παραμένουν στο πολιτικό προσκήνιο.
Ελληνοτουρκικά: «Δεν ζητάμε την άδεια κανενός»
Στην εξωτερική πολιτική, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέμεινε στη γραμμή ενίσχυσης της αποτρεπτικής ικανότητας της χώρας.
Αναφερόμενος στην πιθανότητα απόκτησης μαχητικών F-35 από την Τουρκία, σημείωσε ότι εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικά νομικά εμπόδια για την πώλησή τους στην Άγκυρα.
Παράλληλα, ήταν κατηγορηματικός ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να ζητήσει την άδεια τρίτων για τον σχεδιασμό της αμυντικής της πολιτικής, ενώ επανέλαβε ότι το δικαίωμα επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια παραμένει ενεργό.
Τι αλλάζει στα τεκμήρια των ελεύθερων επαγγελματιών
Σημαντικό οικονομικό μήνυμα έστειλε ο πρωθυπουργός και για το τεκμαρτό εισόδημα των ελεύθερων επαγγελματιών.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίασε τις αλλαγές ως «προσαρμογή σε μία νέα πραγματικότητα», εξηγώντας ότι η φορολογική διοίκηση διαθέτει πλέον περισσότερα και ακριβέστερα στοιχεία για την πραγματική φορολογική εικόνα των ατομικών επιχειρήσεων.
Υπερασπίστηκε, ωστόσο, την αρχική επιλογή εφαρμογής του τεκμαρτού συστήματος, υποστηρίζοντας ότι όταν δηλώνονταν επί σειρά ετών εξαιρετικά χαμηλά εισοδήματα η Πολιτεία είχε λόγο να αμφισβητεί αν αυτά ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα.
Η πρόοδος στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και στη φορολογική συμμόρφωση επιτρέπει πλέον, σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, την κατάργηση ορισμένων προσαυξήσεων του αρχικού συστήματος.
Κράτος δικαίου και υποκλοπές
Για το κράτος δικαίου, ο Κυριάκος Μητσοτάκης υποστήριξε ότι η Ελλάδα έχει καταγράψει σημαντική πρόοδο, επικαλούμενος ως βασικό σημείο αναφοράς τις αξιολογήσεις των ευρωπαϊκών θεσμών.
Παράλληλα, αναγνώρισε ότι εξακολουθούν να υπάρχουν πεδία στα οποία απαιτούνται περαιτέρω βελτιώσεις.
Στην υπόθεση των υποκλοπών επέλεξε να μην ανοίξει νέο κύκλο πολιτικής αντιπαράθεσης, υποστηρίζοντας ότι έχει ήδη τοποθετηθεί επανειλημμένα και παραπέμποντας στις αποφάσεις της Δικαιοσύνης για τις πτυχές της υπόθεσης που έχουν εξεταστεί δικαστικά.
«Δεν υπάρχει woke ατζέντα στην Ελλάδα»
Στα κοινωνικά ζητήματα, ο πρωθυπουργός θέλησε να αποστασιοποιήσει την κυβέρνηση από τη συζήτηση περί «woke ατζέντας», δηλώνοντας ότι κάτι τέτοιο δεν αποτελεί κυβερνητική πολιτική στην Ελλάδα.
Άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο διορθώσεων όπου διαπιστώνονται πραγματικά λάθη, μεταξύ άλλων και στο ζήτημα των σχολικών βιβλίων, ενώ παρείχε εκ νέου πολιτική κάλυψη στην υπουργό Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη, σημειώνοντας ότι τα σχολικά εγχειρίδια δεν γράφονται από το υπουργείο ή την εκάστοτε υπουργό.
Παράλληλα, έστειλε μήνυμα αποφυγής νέων τεχνητών κοινωνικών διχασμών.
Το βασικό δίλημμα μέχρι τις κάλπες
Η συνολική εικόνα της συνέντευξης Τύπου δείχνει ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιδιώκει να κινηθεί προς τις εκλογές με δύο παράλληλους άξονες.
Ο πρώτος αφορά την οικονομία: φοροελαφρύνσεις, στήριξη διαθέσιμου εισοδήματος, αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους και διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας.
Ο δεύτερος είναι καθαρά πολιτικός και αφορά την αντιπαράθεση ανάμεσα σε ένα μοντέλο αυτοδύναμης διακυβέρνησης και σε σχήματα συνεργασιών των οποίων, κατά την κυβερνητική ανάγνωση, η συνοχή και το πρόγραμμα παραμένουν ασαφή.
Με τις εκλογές να τοποθετούνται την άνοιξη του 2027, ο πρωθυπουργός έδειξε ότι δεν σκοπεύει να εγκαταλείψει τον στόχο της αυτοδυναμίας. Η στρατηγική του θα στηριχθεί στην υπεράσπιση της κυβερνητικής επίδοσης, στην αναγνώριση συγκεκριμένων λαθών όπου αυτά υπάρχουν και κυρίως στη σύγκριση των κυβερνητικών προτάσεων με την αξιοπιστία και τη δημοσιονομική δυνατότητα εφαρμογής των εναλλακτικών προγραμμάτων.