Η ελληνική κυβέρνηση προσέρχεται στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ με ξεκάθαρη στρατηγική και σαφές πολιτικό μήνυμα απέναντι στην Τουρκία, επιμένοντας ότι ο διάλογος μπορεί να αφορά αποκλειστικά την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών, στη βάση του Διεθνούς Δικαίου, ενώ η ενίσχυση της εθνικής άμυνας αποτελεί αδιαπραγμάτευτη επιλογή της χώρας.

Παρά το αυξημένο ενδιαφέρον που συγκεντρώνει η Σύνοδος του ΝΑΤΟ, μέχρι στιγμής δεν έχει προγραμματιστεί συνάντηση μεταξύ του Κυριάκου Μητσοτάκη και του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στο περιθώριό της. Ωστόσο, η ελληνική πλευρά έχει ήδη καταστήσει απολύτως σαφές ποιο θα ήταν το πλαίσιο οποιασδήποτε συζήτησης, εφόσον αυτή πραγματοποιούνταν.

Η Αθήνα επιμένει ότι η μοναδική διαφορά που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διαλόγου είναι η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Ζητήματα που σχετίζονται με την ελληνική κυριαρχία ή άλλα τουρκικά αιτήματα δεν βρίσκονται στην ελληνική ατζέντα, θέση που η κυβέρνηση επαναλαμβάνει σταθερά τα τελευταία χρόνια.

Το δεύτερο σκέλος του ελληνικού μηνύματος αφορά την περαιτέρω ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων. Η κυβέρνηση διαμηνύει ότι η αμυντική θωράκιση της χώρας αποτελεί κυριαρχικό δικαίωμα και δεν τίθεται υπό διαπραγμάτευση, ανεξάρτητα από την πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η Αθήνα θεωρεί ότι η ισχυρή αποτρεπτική ισχύς αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση της σταθερότητας στην περιοχή.

Παράλληλα, η ελληνική διπλωματία συνεχίζει να επενδύει στη διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας, με στόχο την αποφυγή εντάσεων και τη διαχείριση πιθανών κρίσεων πριν αυτές αποκτήσουν μεγαλύτερες διαστάσεις. Η κυβέρνηση εκτιμά ότι η σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο εξυπηρετεί τόσο τα ελληνικά όσο και τα ευρωπαϊκά συμφέροντα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι διεργασίες στο παρασκήνιο της Συνόδου, καθώς το διεθνές ενδιαφέρον στρέφεται στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις και στις εξελίξεις γύρω από τα εξοπλιστικά προγράμματα της Άγκυρας. Οι συζητήσεις αυτές παρακολουθούνται στενά από την Αθήνα, η οποία επιδιώκει τη διατήρηση της στρατηγικής συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την περαιτέρω ενίσχυση του γεωπολιτικού της ρόλου στην περιοχή.

Για την ελληνική κυβέρνηση, η παρουσία του πρωθυπουργού στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ αποτελεί ακόμη μία ευκαιρία να αναδείξει τον ρόλο της χώρας ως παράγοντα σταθερότητας στη νοτιοανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας. Παράλληλα, επιδιώκει να καταστήσει σαφές προς κάθε κατεύθυνση ότι η Ελλάδα παραμένει προσηλωμένη στον διάλογο, αλλά μόνο υπό τους όρους του διεθνούς δικαίου και με απόλυτο σεβασμό στα κυριαρχικά της δικαιώματα.