Σε μια περίοδο παρατεταμένης πολιτικής φθοράς και έντονης εσωστρέφειας εξακολουθεί να κινείται ο ΣΥΡΙΖΑ. Μετά τις απανωτές κρίσεις του προηγούμενου διαστήματος, το κόμμα της Αριστεράς πασχίζει να βρει τα πατήματά του, ωστόσο η εικόνα παραμένει θολή και το πολιτικό στίγμα ασαφές. Η ηγεσία προσπαθεί να διαχειριστεί τις απώλειες και να παρουσιάσει μια επίφαση κανονικότητας, απέναντι σε ένα εκλογικό σώμα που εμφανίζεται όλο και πιο αποστασιοποιημένο από τα τεκταινόμενα στην Κουμουνδούρου.

Η αναγκαστική αλλαγή σκυτάλης στην Κοινοβουλευτική Ομάδα

Η πρόσφατη εκλογή της Ρένας Δούρου στην προεδρία της Κοινοβουλευτικής Ομάδας δεν ήρθε ως μια φυσιολογική εξέλιξη, αλλά ως μια αναγκαία κίνηση εν μέσω του διαρκούς εσωκομματικού ρευστού τοπίου. Το κόμμα κλήθηκε να καλύψει το κενό εκπροσώπησης, μια κίνηση η οποία καταδεικνύει την έλλειψη νέων εφεδρειών και τη δυσκολία παραγωγής ενός πειστικού και σύγχρονου αντιπολιτευτικού λόγου που θα μπορούσε να ασκήσει ουσιαστική πίεση στην κυβέρνηση. Οι προκλήσεις για τη νέα επικεφαλής είναι μεγάλες, και η αποτελεσματικότητά της στο κοινοβούλιο, δεδομένου του βεβαρημένου κλίματος, μένει να αποδειχθεί στην πράξη.

Η διαδικαστική καταμέτρηση και τα 70.000 μέλη

Την ίδια στιγμή, ο μηχανισμός του κόμματος αναλώνεται σε αυστηρά οργανωτικές διαδικασίες, επιχειρώντας να αντλήσει κάποιου είδους νομιμοποίηση από τους αριθμούς. Τις προηγούμενες ημέρες ολοκληρώθηκε η ταυτοποίηση περίπου 70.000 μελών, με τη διαδικασία εκκαθάρισης των μητρώων να βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη.

Αν και γίνεται προσπάθεια το νούμερο αυτό να προβληθεί ως ένδειξη πολιτικής επιβίωσης, στην πραγματικότητα πρόκειται για μια τυπική γραφειοκρατική καταγραφή. Το κατά πόσο αυτά τα μέλη μεταφράζονται σε ενεργή κοινωνική δυναμική ή απλώς αποτελούν αδρανή ονόματα σε μια λίστα, είναι ένα ερώτημα που πλανάται πάνω από το εσωτερικό του κόμματος. Η απλή οργανωτική καταμέτρηση, άλλωστε, δεν αρκεί από μόνη της για να αναστρέψει το γενικότερο κλίμα στασιμότητας.

Η πολιτική αμηχανία και το κενό εκπροσώπησης στη ΔΕΘ

Ενδεικτικό της οργανωτικής και πολιτικής αμηχανίας που επικρατεί στον ΣΥΡΙΖΑ είναι το γεγονός ότι, ενώ τα εγκαίνια της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ) πλησιάζουν, το κόμμα αδυνατεί ακόμα να καταλήξει στο πρόσωπο που θα το εκπροσωπήσει. Σε μια παραδοσιακά κρίσιμη πολιτική στιγμή για κάθε κόμμα, όπου οφείλει να καταθέσει συγκροτημένα το οικονομικό του πρόγραμμα, ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται ανέτοιμος και αναποφάσιστος.

Το ποιος θα αναλάβει το βάρος να παραχωρήσει την καθιερωμένη συνέντευξη Τύπου και να εκφωνήσει την κεντρική ομιλία στους παραγωγικούς φορείς της χώρας παραμένει ένας άλυτος γρίφος. Αυτή η εκκρεμότητα επιβεβαιώνει την απουσία ενός καθαρού κέντρου αποφάσεων και τη δυστοκία στη χάραξη ενιαίας στρατηγικής.

Η πίεση του χρόνου και οι συνέπειες της καθυστέρησης

Αυτό το οργανωτικό και επικοινωνιακό κενό αναμένεται, αναγκαστικά, να κλείσει τις αμέσως επόμενες ημέρες, καθώς ο χρόνος πιέζει πλέον ασφυκτικά. Ωστόσο, η όποια λύση επιλεγεί την τελευταία στιγμή, κινδυνεύει να φέρει τα χαρακτηριστικά ενός πρόχειρου συμβιβασμού παρά μιας μελετημένης επιλογής. Η καθυστέρηση στη λήψη τόσο βασικών αποφάσεων εκπέμπει στο ευρύτερο κοινό την εικόνα ενός πολιτικού φορέα που δυσκολεύεται να διαχειριστεί τις εσωτερικές του ισορροπίες, πόσω μάλλον να πείσει ότι διαθέτει αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Ο ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζει να πορεύεται σε αχαρτογράφητα νερά, αναζητώντας τον επόμενο βηματισμό του εν μέσω παρατεταμένης αβεβαιότητας.