Οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν μια σαφή και συνεχιζόμενη φθορά της κυβέρνησης στους ποιοτικούς δείκτες, η οποία όμως δεν μεταφράζεται σε αντίστοιχη άνοδο της αντιπολίτευσης.
Η κοινωνία εμφανίζεται απογοητευμένη από την κυβερνητική διαχείριση σε κρίσιμους τομείς της καθημερινότητας, αλλά ταυτόχρονα παραμένει δύσπιστη απέναντι στις εναλλακτικές προτάσεις διακυβέρνησης. Αυτό το φαινόμενο της ασύμμετρης φθοράς δημιουργεί ένα πολιτικό κενό, όπου ο μεγαλύτερος αντίπαλος της κυβέρνησης δεν είναι ένα άλλο κόμμα, αλλά η ίδια η κοινωνική απογοήτευση και ο "Κανένας".
Η ακτινογραφία των ποιοτικών στοιχείων των μετρήσεων αναδεικνύει τρεις κύριες εστίες όπου η κυβέρνηση υστερεί σημαντικά, χάνοντας την εμπιστοσύνη ακόμα και τμημάτων του εκλογικού της ακροατηρίου.
Πιο συγκεκριμένα:
- Η ακρίβεια και το κόστος ζωής αποτελεί σταθερά το νούμερο ένα πρόβλημα των πολιτών. Οι δείκτες ικανοποίησης από τα κυβερνητικά μέτρα προστασίας του εισοδήματος βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά. Η κοινωνία αντιλαμβάνεται τις παρεμβάσεις (όπως τα διάφορα καλάθια ή τα έκτακτα επιδόματα) ως "ασπιρίνες" σε ένα δομικό πρόβλημα, ενώ η μείωση της αγοραστικής δύναμης προκαλεί βαθιά και οριζόντια δυσαρέσκεια. Η πλήρως τεκμηριωμένη απάντηση της κυβέρνησης είναι ότι δεν μπορεί να ξεπεράσει τους δημοσιονομικούς περιορισμούς που θέτει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αλλά ούτε και να θέσει σε κίνδυνο τις αξιολογήσεις της οικονομίας από τους ξένους οίκους.
- Η καθημερινότητα των πολιτών και κυρίως τα προβλήματα στις μετακινήσεις, το κυκλοφοριακό, την εγκληματικότητα και την υγεία, δημιουργούν μια εικόνα ανασφάλειας και υποβάθμισης του βιοτικού επιπέδου. Αξίζει να σημειωθεί ότι στους δείκτες που αφορούν την αποτελεσματικότητα του κράτους, η αρνητική αξιολόγηση υπερτερεί συντριπτικά της θετικής.
- Η δικαιοσύνη και η διαφάνεια έχουν σχετικώς χαμηλή αξιολόγηση, αλλά είναι μέσα στην πρώτη τετράδα των... προκλήσεων για την κοινή γνώμη. Υποθέσεις που απασχόλησαν την επικαιρότητα, όπως για παράδειγμα οι επιδοτήσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ, έχουν αφήσει βαθιές σκιές. Οι πολίτες εκφράζουν σε μεγάλα ποσοστά δυσπιστία για τη λειτουργία των θεσμών και την απόδοση ευθυνών, γεγονός που πλήττει το προφίλ της κυβέρνησης ως εγγυητή της θεσμικής κανονικότητας.
Το παράδοξο της αντιπολίτευσης
Το πιο αξιοσημείωτο εύρημα των δημοσκοπήσεων είναι ότι η κυβερνητική υποχώρηση δεν τροφοδοτεί τα κόμματα της αντιπολίτευσης.
Η κυβέρνηση καταγράφει απώλειες, αλλά η αξιωματική αντιπολίτευση και τα υπόλοιπα κόμματα του προοδευτικού ή του συντηρητικού τόξου παρουσιάζουν είτε στασιμότητα είτε οριακά κέρδη, τα οποία υπολείπονται κατά πολύ της κυβερνητικής πτώσης. Αυτή η αδυναμία καρποφορίας οφείλεται στην έλλειψη ενός πειστικού, εναλλακτικού αφηγήματος διακυβέρνησης. Οι πολίτες δεν αναγνωρίζουν στους αρχηγούς της αντιπολίτευσης την ετοιμότητα ή την ικανότητα να διαχειριστούν τις τύχες της χώρας καλύτερα από την υπάρχουσα κυβέρνηση. Ο δείκτης της "καταλληλότητας για την πρωθυπουργία" παραμένει προνομιακό πεδίο για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, όχι επειδή συγκεντρώνει θριαμβευτικά ποσοστά, αλλά επειδή οι αντίπαλοι του υπολείπονται σημαντικά, με τον "Κανένα" συχνά να καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση. Αυτή η κατάσταση οδηγεί σε μια επικίνδυνη διεύρυνση της "γκρίζας ζώνης" των αναποφάσιστων και της αποχής. Η κοινωνία αποστασιοποιείται από το πολιτικό σύστημα συνολικά, γεγονός που τροφοδοτεί την αντισυστημική ψήφο και τον κατακερματισμό.
Οι 4 στρατηγικές κινήσεις για την ενίσχυση του κυβερνητικού προφίλ
Η κυβέρνηση, έχοντας μπροστά της καθαρό πολιτικό χρόνο, δεν μπορεί να επαναπαύεται στην αδυναμία των αντιπάλων της.
Η "βουβή" οργή των πολιτών μπορεί να μετατραπεί ανά πάσα στιγμή σε ένα μη αναστρέψιμο ρεύμα αποδοκιμασίας, λόγω κάποιου έκτακτου αρνητικού γεγονότος. Για να ανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων και να βελτιώσει το προφίλ της, οφείλει να προχωρήσει σε ριζικές, δομικές παρεμβάσεις: Ειδικότερα, πρέπει να γίνουν τα εξής:
- Μετατόπιση από τα επιδόματα στις διαρθρωτικές αλλαγές αγοράς. Η πολιτική των επιδομάτων έχει εξαντλήσει τα όριά της και πλέον γυρίζει μπούμερανγκ, καθώς εκλαμβάνεται ως ομολογία αδυναμίας. Η κυβέρνηση πρέπει να δείξει αποφασιστικότητα στη σύγκρουση με τα ολιγοπώλια και τα καρτέλ που συντηρούν την ακρίβεια. Αυτό σημαίνει αυστηρότερους και πιο διαφανείς ελέγχους στην εφοδιαστική αλυσίδα, πάταξη της αισχροκέρδειας στην πηγή της και θεσμικές παρεμβάσεις που θα ενισχύσουν τον υγιή ανταγωνισμό.
- Ένα επιθετικό σχέδιο βελτίωσης της καθημερινότητας των πολιτών. Το προφίλ της κυβέρνησης θα κριθεί στο αν ο πολίτης θα δει πιο πυκνές συγκοινωνίες, λιγότερα κενά στα νοσοκομεία και στα σχολεία, καθώς και αναβάθμιση των υποδομών με πολλά μεσαία και μικρά έργα. Η αποτελεσματικότητα εδώ προσφέρει άμεσα πολιτικά κέρδη.
- Θεσμική επανεκκίνηση και ενίσχυση της λογοδοσίας. Για να αντιμετωπιστεί το έλλειμμα εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, η κυβέρνηση πρέπει να επιδείξει απόλυτη διαφάνεια. Κινήσεις που ενισχύουν την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, την ταχύτητα απονομής της και τη λογοδοσία του πολιτικού προσωπικού είναι απαραίτητες. Η μηδενική ανοχή σε φαινόμενα αλαζονείας ή κακοδιαχείρισης πρέπει να γίνει πράξη και όχι απλό επικοινωνιακό σύνθημα.
- Αλλαγή πολιτικής ρητορικής και τέλος της σύγκρισης με το παρελθόν. Η συνεχής επίκληση του τι γινόταν πριν από χρόνια ή η σύγκριση με μια αδύναμη αντιπολίτευση δεν πείθει πλέον κανέναν. Οι πολίτες κρίνουν την κυβέρνηση με βάση τις δικές της υποσχέσεις και τις σύγχρονες ανάγκες τους. Η ρητορική πρέπει να γίνει πιο... γειωμένη, με ειλικρινή αναγνώριση των λαθών, ισχυρή αντίληψη των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά και σαφή παρουσίαση ενός οδικού χάρτη για τα επόμενα 4, 16 και 30 χρόνια.
Τα καμπανάκια των δημοσκοπήσεων είναι ηχηρά. Το γεγονός ότι η αντιπολίτευση δεν μπορεί να εισπράξει τη δυσαρέσκεια δίνει στην κυβέρνηση ένα σημαντικό πλεονέκτημα χρόνου, αλλά όχι ασυλία. Η κοινωνική απογοήτευση είναι μια "κινούμενη άμμος". Αν η κυβέρνηση δεν χρησιμοποιήσει αυτό το παράθυρο ευκαιρίας για να διορθώσει τις αστοχίες της στην καθημερινότητα και την οικονομία, κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με μια γενικευμένη κρίση εμπιστοσύνης, την οποία καμία επικοινωνιακή στρατηγική δεν θα μπορεί να ανακόψει.
Η Νέα Δημοκρατία δύσκολα θα χάσει την πρώτη θέση. Ωστόσο, απαιτείται να έχει σημαντικό ποσοστό είτε για να επιτύχει την αυτοδυναμία (αποτελεί το βασικό ζητούμενο) ή για να την πλησιάσει και να συγκυβερνήσει με ένα σοβαρό πολιτικό εταίρο για να μην διαταραχθεί η πολιτική σταθερότητα και η ομαλή πορεία βελτίωσης των προοπτικών της οικονομίας.