Για αύριο, Τρίτη 20 Ιανουαρίου, μετατίθενται οι τελικές αποφάσεις για το μέλλον των αγροτικών μπλόκων, όπως δήλωσαν οι εκπρόσωποι των αγροτών μετά το τέλος της συνάντησης που είχαν με τον πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη.
«Δεν είμαστε ικανοποιημένοι από τη συνάντηση», δήλωσε ο πρόεδρος της Ενωτικής Ομοσπονδίας Αγροτικών Συλλόγων Λάρισας, Ρίζος Μαρούδας, προσθέτοντας ότι «αύριο, Τρίτη, σε όλα τα μπλόκα της χώρας θα πραγματοποιηθούν συνελεύσεις όπου θα υπάρξει ενημέρωση για όλα όσα συζητήθηκαν με τον πρωθυπουργό και όλοι μαζί θα αποφασίσουμε».
Επισήμανε ότι όλα τα χρήματα που πληρώθηκαν οι αγρότες της χώρας καταβλήθηκαν λόγω των πιέσεων των μπλόκων, συμπληρώνοντας πως «η κυβέρνηση έχει τον δημοσιονομικό χώρο να λύσει τα προβλήματα, αλλά δεν έχει την πολιτική βούληση».
Από την πλευρά του ο πρόεδρος του Αγροτικού Συλλόγου Καστοριάς, Θωμάς Μόσχος, δήλωσε χαρακτηριστικά ότι «βρήκαμε τοίχο» και πως κατά τη διάρκεια της συνάντησης δεν απαντήθηκε καμιά από τις ερωτήσεις που τέθηκαν.
«Ο κλάδος της κτηνοτροφίας οδεύει προς κατάρρευση», σημείωσε και είπε ότι «ζητήσαμε μια ειλικρινή απάντηση και δεν υπήρξε από την πλευρά της κυβέρνησης».
Τη μη ικανοποίησή του για το αποτέλεσμα της συνάντησης εξέφρασε και ο πρόεδρος του Αλιευτικού Συλλόγου Βόλου, Παναγιώτης Περάκης. Σύμφωνα με τον ίδιο τέθηκαν μεταξύ άλλων ζητήματα όπως ο λαγοκέφαλος, τα θηλαστικά και η παράνομη αλιεία. Σχετικά με το τελευταίο θέμα τόνισε πως «εάν αντιμετωπιστεί η παράνομη αλιεία, θα κερδίσει και το κράτος, αλλά και οι αλιείς».
«Θέσαμε τα αιτήματα του κλάδου, αλλά κρατάμε μικρό καλάθι από τη σημερινή συνάντηση», είπε ο πρόεδρος Ομοσπονδίας των Μελισσοκομικών Συλλόγων Ελλάδας, Κωνσταντίνος Λεονταράκης.
Σύμφωνα με τον ίδιο, τέθηκαν όλα τα προβλήματα της μελισσοκομίας, «κλάδος, ο οποίος εδώ και χρόνια εκπέμπει SOS», και υποστήριξε ότι θα πραγματοποιηθεί μια διυπουργική σύσκεψη, υπό τον πρωθυπουργό, για να συζητήσουν αναλυτικά όλα τα ζητήματα του μελισσοκομικού κλάδου.
«Παραγωγική η συνάντηση» λέει ο Τσιάρας
Για μια παραγωγική συνάντηση έκανε λόγο από την πλευρά του ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Κώστας Τσιάρας μετά το τέλος της σχεδόν 5ωρης συζήτησης που πραγματοποιήθηκε στο Μέγαρο Μαξίμου.
Ο κ. Τσιάρας σημείωσε ότι η κυβέρνηση στέκεται στο πλευρό των παραγωγών, υπογραμμίζοντας πως κατά τη διάρκεια της συνάντησης τέθηκαν όλα τα ζήτημα που απασχολούν τον πρωτογενή τομέα.
Συγκεκριμένα αναλύθηκαν τα μέτρα που έχουν ήδη ανακοινωθεί, όπως η μειωμένη τιμή στο αγροτικό ρεύμα αλλά και ο τρόπος αφαίρεσης του ειδικού φόρου κατανάλωσης από το αγροτικό πετρέλαιο στην αντλία.
Παράλληλα συζητήθηκαν ζητήματα όπως τα ΑΤΑΚ και ΚΑΕΚ, οι συνέπειες της κλιματικής κρίσης, τα μεγάλα αρδευτικά έργα καθώς και η σύσταση των αγροτικών επιμελητηρίων.
«Πρέπει να τα συζητήσουμε και να τα δούμε όλοι μαζί» είπε σχετικά ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων επισημαίνοντας ωστόσο ότι δεν αλλάζει κάτι από τα μέτρα που εξήγγειλε ο πρωθυπουργός την προηγούμενη εβδομάδα.
Επιπλέον υπογράμμισε ότι θα υπάρξει εκπροσώπηση των αγροτών στις επιτροπές που αφορούν σε εμπορικές συμφωνίες, για την ΚΑΠ.
Σημείωσε τέλος πως οι εκπρόσωποι των μπλόκων ζήτησαν μεταξύ άλλων πιο αραιή έκδοση των λογαριασμών του ηλεκτρικού ρεύματος αλλά και επανυπολογισμό των λίτρων για το αγροτικό πετρέλαιο.
Κατά την εισαγωγική του τοποθέτηση, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέφερε: «Ελπίζω να έχουμε πραγματικά μία παραγωγική συζήτηση. Δεν χρειάζεται να σας πω ότι, κατά την άποψή μας, αυτή η συνάντηση έπρεπε να είχε γίνει νωρίτερα.
Νομίζω ότι έχουμε ήδη κινηθεί σε πολλά επίπεδα κι έχουμε αντιμετωπίσει ζητήματα τα οποία διαχρονικά έχετε θέσει, όπως παρεμβάσεις στο αγροτικό ρεύμα αλλά και τη δυνατότητα να επιστρέφεται ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στην αντλία, που ήταν ένα πάγιο αίτημά σας, το οποίο είμαστε σε θέση να ικανοποιήσουμε και μπορούμε να συζητήσουμε και λεπτομέρειες υλοποίησης.
Έχουμε συζητήσει και ζητήματα υποστήριξης τιμών σε καλλιέργειες που αντιμετωπίζουν σημαντικά προβλήματα, μέσα από ανακατανομή κονδυλίων τα οποία εξοικονομήθηκαν από τη μετάπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ.
Δεν έχω την απαίτηση να συμφωνήσουμε σε όλα, αλλά πιστεύω ότι θα έχουμε μία ουσιαστική συζήτηση έτσι ώστε να μπει και -θα έλεγα- ένα τέλος σε μία περίοδο μεγάλης έντασης, που δεν νομίζω τελικά ότι εξυπηρέτησε ούτε τα δικά σας δίκαια -και είναι αρκετά- ούτε την κοινωνία, η οποία νομίζω ότι αναζητά σε αυτή τη φάση να προχωρήσουμε μπροστά, αντιμετωπίζοντας αιτήματα τα οποία είναι δικαιολογημένα, αλλά από την άλλη ακούστηκε από μας τι από αυτά τα οποία ζητάτε μπορεί να γίνει και τι δεν μπορεί να γίνει.
Οπότε, προσβλέπω σε μία ανοιχτή και πολύ ειλικρινή συζήτηση».