Την εκτίμηση ότι η συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν μπορεί να οδηγήσει σταδιακά σε αποκλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή εξέφρασε ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου, μιλώντας στον ΣΚΑΪ.

Όπως σημείωσε, το πρώτο ζητούμενο είναι να επιβεβαιωθεί στην πράξη η εφαρμογή της συμφωνίας, επισημαίνοντας ότι το τελευταίο διάστημα οι εξελίξεις στην περιοχή μεταβάλλονταν διαρκώς.

«Φαίνεται, και ευτυχώς, ότι πάμε στον τερματισμό των εχθροπραξιών, στο άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ και σε μια σταδιακή αποκλιμάκωση», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ο υπουργός υπογράμμισε ότι η επιστροφή στην κανονικότητα δεν μπορεί να γίνει άμεσα, καθώς οι επιπτώσεις της κρίσης θα συνεχίσουν να γίνονται αισθητές για ένα διάστημα. «Οι συνέπειες της κρίσης δεν θα φύγουν από τη μια μέρα στην άλλη. Όμως, αν επιβεβαιωθεί και συνεχιστεί αυτή η θετική εξέλιξη, τις επόμενες εβδομάδες και μήνες θα επιστρέψουμε σταδιακά σε συνθήκες κανονικότητας», είπε.

Παράλληλα, τόνισε ότι η Ελλάδα διαθέτει τα δημοσιονομικά περιθώρια να στηρίξει τους πολίτες σε περίπτωση που υπάρξει νέα ανατροπή στις εξελίξεις.

«Επιταχύνουμε αποφασιστικά την εθνική προσπάθεια για τους υδρογονάνθρακες»

Αναφερόμενος στις έρευνες για υδρογονάνθρακες, ο κ. Παπασταύρου υπογράμμισε ότι η χώρα προχωρά με ταχείς ρυθμούς στην αξιοποίηση των πιθανών ενεργειακών της πόρων.

«Αυτό που κάνουμε είναι να επιταχύνουμε αποφασιστικά μια εθνική προσπάθεια. Δεν ανήκει σε μία κυβέρνηση, ανήκει στους Έλληνες», δήλωσε.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη δραστηριοποίηση των δύο μεγάλων αμερικανικών ενεργειακών κολοσσών, της Chevron και της ExxonMobil.

Όπως αποκάλυψε, η Chevron διεύρυνε πρόσφατα την παρουσία της στην Ελλάδα, συμμετέχοντας πλέον και σε 5ο θαλάσσιο οικόπεδο στο Νότιο Ιόνιο, σε συνεργασία με τη HelleniQ Energy.

Την ίδια ώρα, η ExxonMobil προχωρά στον σχεδιασμό της πρώτης ερευνητικής γεώτρησης στο οικόπεδο «Ασωπός 1» στο Ιόνιο, η οποία έχει προγραμματιστεί για το διάστημα 14 έως 24 Φεβρουαρίου 2027.

Μάλιστα, ο υπουργός ανέφερε ότι η κοινοπραξία εκτιμά πως στο συγκεκριμένο σημείο υπάρχει πιθανό κοίτασμα φυσικού αερίου της τάξης των 270 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων. «Για να αντιληφθούμε το μέγεθος, οι ετήσιες ανάγκες της χώρας είναι περίπου 6 με 7 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα», σημείωσε.

Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει γεωλογική ένδειξη κοιτάσματος, αλλά αν αυτό μπορεί να αξιοποιηθεί εμπορικά. «Υπάρχει κοίτασμα. Αυτό που δεν γνωρίζουμε ακόμη είναι αν είναι εμπορικά εκμεταλλεύσιμο», είπε χαρακτηριστικά.

Σύμφωνα με τον ίδιο, τα πρώτα ασφαλή συμπεράσματα αναμένεται να προκύψουν περίπου 2 μήνες μετά την ερευνητική γεώτρηση, γεγονός που σημαίνει ότι την άνοιξη του 2027 θα υπάρχει σαφέστερη εικόνα για το μέλλον του έργου.

«Το ποσοστό επιτυχίας είναι 16%, αλλά αυτό θεωρείται αξιοπρεπές»

Ο κ. Παπασταύρου αναφέρθηκε και στις πιθανότητες επιτυχίας της ερευνητικής προσπάθειας, επισημαίνοντας ότι το ποσοστό επιτυχίας υπολογίζεται στο 16%.

«Κάποιος μπορεί να πει ότι το 16% δεν είναι μεγάλο ποσοστό. Στον τομέα των υδρογονανθράκων όμως θεωρείται απολύτως αξιοπρεπές», ανέφερε.

Μάλιστα, έφερε ως παράδειγμα τη Νορβηγία, σημειώνοντας ότι η χώρα ανακάλυψε σημαντικά κοιτάσματα φυσικού αερίου έπειτα από 17 αποτυχημένες προσπάθειες.

Ο υπουργός επισήμανε ότι ακόμη και η επιβεβαίωση της ύπαρξης εμπορικά αξιοποιήσιμων κοιτασμάτων θα ενισχύσει σημαντικά τη θέση της χώρας.

«Η οικονομική αλλά και η γεωπολιτική αξία της Ελλάδας αναβαθμίζεται από τη στιγμή που θα επιβεβαιωθεί η ύπαρξη εμπορικά εκμεταλλεύσιμου κοιτάσματος», τόνισε.

Παράλληλα, υπενθύμισε ότι εκτός από το Ιόνιο, προχωρούν και οι διαδικασίες για σεισμικές έρευνες νοτίως της Κρήτης, ενώ η δραστηριοποίηση της Chevron σε νέες περιοχές δημιουργεί, όπως είπε, μια «καμπύλη ωρίμανσης» των ερευνών που αποδεικνύει ότι η ελληνική στρατηγική έχει βάθος και προοπτική.

Κλείνοντας, σημείωσε ότι, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της κοινοπραξίας, η συνολική αξία ενός πιθανού κοιτάσματος στο συγκεκριμένο οικόπεδο θα μπορούσε να φτάσει τα 10 δισεκατομμύρια ευρώ σε βάθος χρόνου.