«Ο πλημμυρικός κίνδυνος δεν αποτελεί θέμα τεχνικό και ασφάλειας. Είναι θέμα αξιοπρέπειας ενός κράτους που οφείλει να προστατεύει τους πολίτες του», είπε, ξεκινώντας την εισήγησή του, ο Νίκος Μήλης επικεφαλής της παράταξης ΔΗΣΥΜ και Πρόεδρος της Αντιπροσωπείας ΤΕΕ. Όπως ανέφερε, το αντιπλημμυρικό δίκτυο της Αττικής, που ολοκληρώθηκε το 2004 και καλείται να ανταποκριθεί στην κλιματική κρίση, έχει σχεδιαστεί με δεδομένα της περιόδου 1932-1982, ενώ ακόμη κι αύριο αν ξεκινήσει ένα ολοκληρωμένο έργο π.χ. για τον Κηφισό, θα χρειαστούν περίπου 10 χρόνια για να ολοκληρωθεί.
«Όταν γνωρίζεις τον κίνδυνο, αλλά δεν κάνεις τίποτα, δεν πρόκειται απλά για καθυστέρηση», σχολίασε ο κ. Μήλης, ξεκαθαρίζοντας ότι μία εξαετής διακυβέρνηση επαρκεί για την αλλαγή υποδείγματος. «Παρόλα αυτά, από τη Μάνδρα ως τη Θεσσαλία το μοτίβο είναι επαναλαμβανόμενο: ένα κράτος που τρέχει πίσω από τις καταστροφές» σημείωσε.
Στην απουσία ολοκληρωμένου σχεδιασμού και τα έργα βιτρίνας της κυβέρνησης, αντέτεινε τις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ για να γίνει η Αττική μία ανθεκτική Μητρόπολη, με ξεκάθαρη κατανομή αρμοδιοτήτων, ψηφιακή καταγραφή υποδομών, ενιαίο σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης σε τοπικό επίπεδο, σταθερή χρηματοδότηση σε πρόληψη και συντήρηση.
Ο Δήμαρχος Μοσχάτου - Ταύρου κ. Ανδρέας Ευθυμίου, αναφερόμενος στο ζήτημα της διαχείρισης των υδάτων, υπογράμμισε ότι «το θέμα δεν είναι η παροχετευτικότητα του Κηφισού, αλλά το που αλλού μπορούν να πάνε τα νερά. Ο Κηφισός έχει συγκεκριμένη παροχετευτικότητα που δεν μπορεί να μεγαλώσει. Είναι δεδομένο αυτό», επισημαίνοντας την ανάγκη αλλαγής προσέγγισης. Παράλληλα, κάλεσε το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας να συμβάλλει σε μια συνολική αντιμετώπιση του προβλήματος, και υπογράμμισε τη σημασία της εγκατάστασης μετεωρολογικών ραντάρ, καθώς «είναι πολύ φθηνά και μπορούν να μπουν για να ξέρουμε πότε ακριβώς θα συμβεί μια καταιγίδα».
Ο Α’ Αντιπρόεδρος της ΚΕΔΕ και Δήμαρχος Βάρης- Βούλας- Βουλιαγμένης κ. Γρηγόρης Κωνσταντέλλος αναφέρθηκε στα εμπόδια που δημιουργεί η υφιστάμενη νομοθεσία στη διαχείριση των υδραυλικών έργων, τονίζοντας ότι «μπορεί εμείς να μην έχουμε αρμοδιότητα, έχουμε όμως συνευθύνη να ζητήσουμε από την Πολιτεία να αλλάξει την νομοθεσία». Παράλληλα, αποκάλυψε πως «μόλις πριν δεκαπέντε μέρες ανακαλύψαμε -και το ανακοίνωσε η ΚΕΔΕ-, ότι υπάρχει ένα ίσως ξεχασμένο κεφάλαιο στην Τράπεζα της Ελλάδος. Ο συγκεκριμένος λογαριασμός έχει 7,6 δισεκατομμύρια και κάθε χρόνο αυξάνεται κατά 250 εκατομμύρια, ενώ δαπανώνται 12 με 14 εκατομμύρια τον χρόνο. Κατά τα άλλα δεν υπάρχουν χρήματα για να φτιάξουμε τέτοιες υποδομές».
Ο Δήμαρχος Ελληνικού -Αργυρούπολης κ. Γιάννης Κωνσταντάτος αναφέρθηκε στη σημασία της ανθεκτικότητας των πόλεων, επισημαίνοντας ότι «μπορεί να επιδοτηθεί με αυτό το περίφημο τέλος ανθεκτικότητας από το οποίο το κράτος εισπράττει ενάμισι δισεκατομμύριο τον χρόνο», φέρνοντας ως παράδειγμα τον Δήμο Χερσονήσου στην Κρήτη, που δίνει 20 εκατομμύρια τον χρόνο. Ενώ αναρωτήθηκε: «Πόσα επιστρέφουν στους δήμους από αυτό το 1,5 δισ. για να πάνε για δαπάνες ανθεκτικότητας; Μηδέν», υπογραμμίζοντας ότι πρέπει να αποτελέσει κεντρική διεκδίκηση, υπενθυμίζοντας πως το ζήτημα το έχει βάλει στο τραπέζι το Δίκτυο Ανθεκτικών Πόλεων.
Ο Δήμαρχος Αγίου Δημητρίου κ. Στέλιος Μαμαλάκης αναφέρθηκε στο θέμα της λειψυδρίας, επισημαίνοντας ότι «όλοι μας έχουμε καθημερινά προβλήματα με το δίκτυο της ΕΥΔΑΠ. Αυτό σημαίνει σπατάλη ατελείωτων κυβικών νερού και κανένας δεν το συζητάει». Παράλληλα, υπογράμμισε πως «απαιτείται συνεργασία των Δήμων, της περιφέρειας και των υπουργείων ώστε με έναν στρατηγικό σχεδιασμό να βρεθούν λύσεις στα προβλήματα».
Ο Δήμαρχος Μεγαρέων κ. Παναγιώτης Μαργέτης υπογράμμισε ότι «τα μέτρα που λαμβάνονται μέχρι τώρα είναι ασπιρίνες στα προβλήματα», επισημαίνοντας την ανάγκη το ελληνικό κράτος να αρχίσει να προλαμβάνει. Παράλληλα, σημείωσε ότι σε συγκεκριμένες περιοχές υπάρχουν μικρά ρέματα όπου «με απλά φράγματα ανάσχεσης όπως συρματοκιβώτια που τοποθετούνται και έχουν σχετικά χαμηλό ύψος για να μην έχουν και θέμα αδειοδότησης από το δασαρχείο, μπορούν να λειτουργήσουν ως μικρές ανασχέσεις ώστε να περιοριστεί η ποσότητα του νερού που κατεβαίνει προς τα κάτω».
Καταλήγοντας, τόνισε ότι «αν γίνουν στις καμένες περιοχές επιλεκτικά εντοπισμός αυτών των σημείων και έργα που δεν είναι φαραωνικά, μπορούν να αποτρέψουν τα έντονα πλημμυρικά φαινόμενα».
Ο Δήμαρχος Αλίμου κ. Ανδρέας Κονδύλης πρότεινε την αυστηροποίηση του νόμου περί δημοσίων συμβάσεων σε περιπτώσεις προβληματικών εργολαβιών, επισημαίνοντας ότι δεν είναι δυνατόν το Δημόσιο «να περιμένει να τελειώσει ένας κύκλος δικαστηρίων που μπορεί να κρατήσει μια δεκαετία για να πάει στον επόμενο ανάδοχο».
Αναφερόμενος στο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, το χαρακτήρισε «μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία», σημειώνοντας ότι «δεν αντλήθηκαν καθόλου χρήματα για τα αντιπλημμυρικά έργα, στο τέλος της χρονιάς θα επιστρέψουμε αχρησιμοποίητα χρήματα πίσω στην Ευρώπη».
Τέλος, ανέδειξε το παράδοξο της διαχείρισης των υδάτων, επισημαίνοντας ότι δεν είναι δυνατόν να «πνιγόμαστε από το νερό και ταυτόχρονα να μας λείπει», εξηγώντας πως σήμερα οι Δήμοι χρησιμοποιούν πόσιμο νερό για το αστικό πράσινο, ενώ θα μπορούσαν, με την ανάπτυξη κατάλληλων υποδομών και δεξαμενών, να συλλέγουν και να αξιοποιούν το νερό της βροχής ως απόθεμα για άρδευση.
Ο Δήμαρχος Παλλήνη κ. Χρήστος Αηδόνης αναφέρθηκε στα βασικά σημεία παρεμβάσεων που απαιτούνται, επισημαίνοντας την ανάγκη «να γίνει ένας μητροπολιτικός σχεδιασμός ώστε να μην υπάρχει κατακερματισμός της ευθύνης». Όπως τόνισε, «δεν υπάρχει ενιαίος υδρολογικός χάρτης και κοινή ιεράρχηση στόχων, άρα το πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται όταν υπάρχει αποσπασματικότητα» και πως «χρειαζόμαστε ο σχεδιασμός να αφορά το μέλλον και να το ορίσουμε».
Καταλήγοντας, σημείωσε ότι «εφόσον μας ενδιαφέρει να δώσουμε λύσεις σε ένα πρόβλημα που θα βρίσκουμε συνεχώς μπροστά μας, πρέπει στον επανασχεδιασμό να πιάσουμε το νήμα από την αρχή για να δώσουμε τις προτεραιότητες και τις κατευθύνσεις για να φέρουμε ένα ουσιαστικό αποτέλεσμα», προειδοποιώντας ότι διαφορετικά «κάθε χρόνο θα συζητάμε για νεκρούς».
«Διαχείριση πλημμυρικού κινδύνου στην Αττική»
Ο προληπτικός σχεδιασμός, οι «πράσινες» υποδομές και τα έργα που θα θωρακίσουν την Αττική απέναντι στις αστικές πλημμύρες, συζητήθηκαν στο πάνελ των ειδικών επιστημόνων, στο πλαίσιο της εκδήλωσης «Διαχείριση πλημμυρικού κινδύνου στην Αττική -Διάλογος και μέτρα για έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό» του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής σε συνεργασία με τη Δημοκρατική Συμπαράταξη Μηχανικών (ΔΗΣΥΜ) του ΤΕΕ.
«Η Αττική δεν πλημμυρίζει από κακή τύχη, αλλά γιατί εδώ και δεκαετίες παράγουμε κίνδυνο, με πολεοδομία χωρίς υδρολογία, μπαζωμένα ρέματα, διευθετήσεις που μεταθέτουν το πρόβλημα παρακάτω, έργα που δεν “κουμπώνουν” στη λεκάνη απορροής, συντήρηση που υποτιμάται», ανέφερε ο αναπληρωτής καθηγητής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης και Γραμματέας Τομέα Κλιματικής Αλλαγής του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, Μιχάλης Χάλαρης. Εξήγησε ότι η απουσία σχεδίου μετατρέπει τον κίνδυνο σε συστημικό και την πρόληψη σε χαμένη ευκαιρία της δημόσιας πολιτικής.
Σε αντίθεση με ένα σύγχρονο κράτος που επενδύει στην πρόληψη ως πρώτη γραμμή άμυνας για να σώσει ζωές, περιουσίες και δημόσιο χρήμα, διέκρινε πως στην Ελλάδα η πρόληψη αντιμετωπίζεται σαν πολυτέλεια. «Έτσι ανακυκλώνεται ο φαύλος κύκλος: πλημμύρα, αποζημιώσεις, αποκατάσταση, εξαγγελίες και ξανά πλημμύρα», περιέγραψε σχηματικά. Ανέδειξε τις πλημμύρες ως ένα σύνθετο φαινόμενο χωροταξίας, υποδομών, διαχείρισης υδάτων, πολιτικής προστασίας και κοινωνικής ευαλωτότητας.
Την ευρεία, άτακτη και άναρχη πολεοδόμηση της Αττικής, όπου οι ελεύθεροι χώροι διαρκώς συρρικνώνονται, προσδιόρισε ως τον μεγαλύτερο παράγοντα κινδύνου ο καθηγητής του ΕΚΠΑ και μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Ε.Ε. για την Κλιματική Αλλαγή, Κώστας Καρτάλης. «Έχουμε μια παράκτια ζώνη πλήρως χτισμένη από την Αθήνα ως την Κινέτα και το Δερβένι, μια δική μας παράκτια πόλη των 100 χλμ. όπως στην Αραβία», είπε, ενώ εκτίμησε ότι η συστηματική επέκταση των Μεσογείων συνιστά μια νέα απειλή για τον Υμηττό.
«Τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια οφείλουν να λάβουν υπόψιν την κλιματική ανθεκτικότητα, χωρίς αυτά να εξαντλούνται -όπως συμβαίνει σήμερα- σε ένα διάγραμμα εξέλιξης της θερμοκρασίας τα τελευταία 20 χρόνια», επισήμανε, διακρίνοντας την ανάγκη για μητροπολιτική διοίκηση με ενιαίο σχέδιο. Όσο για τη νέα ευρωπαϊκή κατεύθυνση, ο κ. Καρτάλης εξήγησε πως πλέον κάθε νέο έργο θα πρέπει να έχει ορίζοντα εκτίμησης κινδύνου τουλάχιστον ως το 2050 και για βαριές υποδομές, πχ. φράγματα ή λιμενικές εγκαταστάσεις, ως το 2100, αλλιώς δεν θα είναι επιλέξιμο για χρηματοδότηση.
Ως το 2040 η Αττική, που είναι από τις πιο ευάλωτες περιοχές της χώρας μας, θα γίνει πιο ξηρή, πιο θερμή, με εντονότερα και συχνότερα φαινόμενα ξηρασίας και πλημμυρών, όπως είπε ο Παναγιώτης Δημόπουλος, καθηγητής Οικολογίας και Γραμματέας Τομέα Περιβάλλοντος ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής. Δεδομένου ότι από το 2021 είναι γνωστές οι ζώνες επικινδυνότητας μέσω του Εθνικού Αστεροσκοπείου, τόνισε πως αντί να περιμένουμε μεγάλα έργα που χρειάζονται 10 και 15 χρόνια, μπορούσε η πολιτεία να προχωρήσει σε γρήγορα και φθηνά έργα: αναδασώσεις, δημιουργία λεκανών ανάσχεσης φυσικών πλημμυρών, μικρά φράγματα και φραγμούς επιβράδυνση ροής.
Έθεσε, ακόμη, ως προτεραιότητα την εκπόνηση ενός χωρικού χάρτη παρεμβάσεων, καθώς στην Αττική έχουμε από τη μία τις ορεινές λεκάνες απορροής (Πεντέλη, Πάρνηθα, Υμηττός) και από την άλλη τα ρέματα (Κηφισός, Ερασίνος, Ραφήνα, Μεγάλο Ρέμα, Πικροδάφνη). «Χρειαζόμαστε ένα σύστημα περιβαλλοντικής και κλιματικής διακυβέρνησης, που διαπερνά ζητήματα κινδύνων και κρίσεων και επίτευξης του νέου παραγωγικού μοντέλου ανάπτυξης, χωρίς διάχυση ευθυνών», κατέληξε.
Στον κίνδυνο της «πόλης των 50 βαθμών», που ήδη αναγνωρίζεται από την Ευρώπη λόγω της κλιματικής κρίσης και των ακραίων φαινομένων, αναφέρθηκε ο ομότιμος καθηγητής Πολεοδομίας, Γιάννης Πολύζος, ασκώντας κριτική στην απουσία στρατηγικού σχεδιασμού, αφού και το Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνας είναι μόνο για ακαδημαϊκή χρήση. «Χρειάζονται ανοιχτά ρέματα, ανοιχτές -αδόμητες- επιφάνειες, για μπορεί να περνά ο αέρα και να καταπολεμήσει τη θερμική αστική νησίδα», είπε χαρακτηριστικά.
Πρότεινε μάλιστα τη δημιουργία «πράσινων» και «μπλε» διαδρομών, μεταξύ των ορεινών όγκων της Αττικής, όπως μία διαδρομή που θα δημιουργήσει αέρια ρεύματα μεταξύ Υμηττού και Ποικίλου Όρους, συνδέοντας τη Μονή Καισαριανής με τη Μονή Δαφνίου, μία απόσταση 18 χλμ. «Δεν είναι τόσο ουτοπικό όσο ακούγεται, αφού το 1/3 της κίνησης έγινε με το αρχαιολογικό τόξο. Αξίζει αυτό να συνεχιστεί ώστε να φτάσει στον Υμηττό μέσα από την Πανεπιστημιούπολη. Να πάει στα ανατολικά, υπάρχουν ο Κεραμεικός και η Ιερά Οδός», εξήγησε.
Το φαινόμενο των αστικών πλημμυρών ανέλυσε η Ελισάβετ Φελώνη, επίκουρη καθηγήτρια Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής. «Το αστικό μας σύστημα γονατίζει σε βροχές που κανονικά θα έπρεπε να διαχειρίζεται με ευκολία», διαπίστωσε, υπογραμμίζοντας τη δομική ανεπάρκεια των υφιστάμενων δικτύων και την παγίδα των μεγάλων έργων. Εξήγησε πως τα έργα εγκιβωτισμού ρεμάτων και μεγάλων αγωγών είναι απαραίτητα μεν όταν μιλάμε για φαινόμενα μεγέθους Daniel, αλλά υδρολογικά «τυφλά» στα συνήθη επεισόδια που πλήττουν την κοινωνία και την οικονομία σε ετήσια βάση. «Αν συνεχίσουμε λοιπόν να μιλάμε μόνο για αυτά τα έργα, αφήνουμε την Αττική ανοχύρωτη για το 90% των αστικών πλημμυρών», επισήμανε.
«Η σύγχρονη τάση βρίσκεται στα βιώσιμα συστήματα αστικής στράγγισης και λύσεις βασισμένες στη φύση», ανέφερε, φέρνοντας ως παράδειγμα τις βιοκλιματικές αναπλάσεις, με ζώνες διήθησης, κήπους βροχής και διαπερατά υλικά, που μπορούν να μετατρέψουν την Αττική σε πόλη-«σφουγγάρι». Όπως εξήγησε, αυτά θα πρέπει να έρθουν παράλληλα με έναν κεντρικό σχεδιασμό για έργα ορεινής υδρονομία, τα φράγματα ανάσχεσης και τα κορμοδέματα στα ορεινά του λεκανοπεδίου, ώστε να πρόκειται για μια πραγματικά ανθεκτική αστική ανάπλαση.
Ανδρουλάκης: «Νέο κοινωνικό συμβόλαιο εμπιστοσύνης ανάμεσα στο κράτος και τον πολίτη»
Παπασταύρου: «Υπάρχει επάρκεια εφοδιασμού – Η ενεργειακή ασφάλεια συνιστά εθνική ασφάλεια»
Ακολουθήστε το Lykavitos.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις