Με εμφανή τα σημάδια της ιδεολογικής ασάφειας, της κρίσης ταυτότητας αλλά και της έλλειψης συγκεκριμένου πολιτικού πλάνου είναι εμφανές ότι βρίσκεται ο ΣΥΡΙΖΑ.

Εχει περάσει τόσος καιρός από την ήττα στις εκλογές του Ιουλίου και ακόμη στην Κουμουνδούρου δεν ξέρουν γιατί έχασαν. Το χειρότερο; Ελπίζουν ότι σύντομα θα πάρουν τη ρεβάνς.

Επιμένουν δηλαδή ότι ο ελληνικός λαός έκανε λάθος που ψήφισε ΝΔ και σύντομα θα καταλάβει αυτό το λάθος και θα επανορθώσει ξαναδίνοντας την εξουσία στον ΣΥΡΙΖΑ.

Ακόμη κι αν δεχθεί κανείς ότι η παρούσα κυβέρνηση κάνει λάθη, αυτό που δεν έχουν καταλάβει στην αξιωματική αντιπολίτευση είναι ότι το λαό τον ξανακερδίζεις με ξεκάθαρες ιδεολογικές θέσεις, πρόγραμμα, επανένωση με τον κόσμο, ανάδειξη της διαφορετικότητας με τη Νέα Δημοκρατία.

Κι όχι φυσικά με άναρθρες κραυγές, επιμονή σε θέματα που αφήνουν αδιάφορο τον κόσμο ή που έχει διαφορετική άποψη, ιδεολογικό «αχταρμά», έλλειψη ταυτότητας, φανατισμό και δημιουργία διχαστικού κλίματος που κάνει ζημιά συνολικά στη χώρα. Και δεν το θέλει και ο λαός.

 

Τα γκάλοπ δείχνουν τη δυσκολία του ΣΥΡΙΖΑ να αντιληφθεί ότι τα πραγματικά προβλήματα των πολιτών είναι διαφορετικά.

Ο Κ. Μητσοτάκης «κλέβει» ζωτικό χώρο του ΣΥΡΙΖΑ και της λεγόμενης «Προοδευτικής Παράταξης», όπως έκανε ο Μπόρις Τζόνσον στη Βρετανία.

Μειώσεις φόρων, υποσχέσεις για θέσεις εργασίας, καλύτερες αμοιβές, νέο ασφαλιστικό σύστημα, η επιτυχημένη καμπάνια για την απαγόρευση του καπνίσματος, είναι μέτρα που αγγίζουν περισσότερο τον κόσμο.

Φυσικά και η αστυνομοκρατία (αν υπάρχει, όπως υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ) είναι κατακριτέα.

Όμως, η «διόγκωση» μιας κατάστασης στα social media από πληρωμένα troll του ΣΥΡΙΖΑ ή τους «υποστηρικτές» που παίρνουν γραμμή από την Κουμουνδούρου, σε καμιά περίπτωση δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα.

Οποιος διαβάσει κείμενα, post, σχόλια οπαδών του ΣΥΡΙΖΑ θα πιστέψει ότι βρισκόμαστε περίπου σε μια χώρα όπου σπαράσσεται από εμφύλιο ή ότι ζούμε σε Χούντα με την αστυνομία να καταπατά τα ανθρώπινα δικαιώματα καθημερινά. Το βλέπει αυτό, όμως, ο κόσμος;

Αυτό είναι ένα μόνο κομμάτι της ιδεολογικής σύγχυσης και της παντελούς έλλειψης παραγωγής πολιτικής από την πλευρά της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Ακόμη και σε κρίσιμα θέματα, όπως ο προϋπολογισμός και η οικονομία ή η εξωτερική πολιτική, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει συγκεκριμένη ατζέντα, βρίσκεται πάντα ένα βήμα πίσω από τη ΝΔ, αδυνατεί να απαντήσει με επιχειρήματα, αφήνει να κάνουν παιχνίδια πρόσωπα που καταδικάστηκαν από τον ελληνικό λαό στις πρόσφατες εκλογές.

Η Κουμουνδούρου δεν μπορεί να βγάλει μπροστά πρόσωπα με σαφή και σοβαρό πολιτικό λόγο και καλύπτει τις άναρθρες κραυγές και τον εμφυλιοπολεμικό λόγο του Πολάκη, ή την αστεία αντιπολίτευση του Παππά ή του Τσακαλώτου.

Μέσα σε όλον αυτόν τον ιδεολογικό χυλό της Κουμουνδούρου, έρχεται και η λεγόμενη διεύρυνση προς το κέντρο. Από τη μια ο ΣΥΡΙΖΑ έχει επιλέξει να αγκαλιάσει ό,τι πιο παλιό και παρωχημένο προέρχεται από το ΠΑΣΟΚ κι από την άλλη βρίζει τους πρώην προέδρους του ΠΑΣΟΚ.

Από τη μια έχει κάνει βουλευτές και αφήνει χώρο σε πολιτικούς όπως ο Ραγκούσης, η Ξενογιαννακοπούλου και άλλοι «κηπουροί» του Σημιτικού και Παπανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ κι από την άλλη βρίζει τους Σημίτη και Παπανδρέου.

Η επίθεση Σκουρλέτη στον Γιώργο Παπανδρέου έχει πολλές αναγνώσεις. Ότι ήθελε να διαχωρίσει τη θέση του από τους Παπανδρεϊκούς που είναι στον ΣΥΡΙΖΑ. Ότι ήθελε να αποδοκιμάσει την χωρίς κανόνες και ηθική «πασοκοποίηση» του κόμματος. Ότι έστειλε μήνυμα στον Τσίπρα πως δεν πρέπει να σκέφτεται καν την πρόταση για να είναι Πρόεδρος της Δημοκρατίας ένας προερχόμενος από το ΠΑΣΟΚ.

Όλα αυτά αναδεικνύουν και την κρίση ταυτότητας του κόμματος. Από τη μια ο Σκουρλέτης και διάφοροι (Φίλης, Τσακαλώτος, 53+) που δεν θέλουν να χαθεί η αριστερή ταυτότητα, αλλά ταυτόχρονα παίρνουν μέρος σε όλες τις διαδικασίες διεύρυνσης και τις ανέχονται δια της σιωπής τους.

Κι από την άλλη οι προερχόμενοι από το ΠΑΣΟΚ που έχουν γεμίσει τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά ανέχονται και τη «γραμμή Πολάκη» ή τη «γραμμή Σκουρλέτη» με την οποία καταδικάζονται πρώην ηγέτες του ΠΑΣΟΚ.

Γενικώς επικρατεί μια πολιτική παράνοια στον ΣΥΡΙΖΑ που είναι αντιληπτή από τον κόσμο. Και αυτόν που έχει στηρίξει το κόμμα τα προηγούμενα χρόνια, αλλά και όσους είναι απογοητευμένοι από τη ΝΔ και θα αναζητήσουν κάποια στιγμή ένα διαφορετικό πολιτικό καταφύγιο.

Η πολιτική σχιζοφρένεια ενδεχομένως να συνεχιστεί όσο ο Αλέξης Τσίπρας δεν ξεκαθαρίζει την κατάσταση.

Η λογική «πάμε με όλους, τους δεχόμαστε όλους» για να φτιάξουμε μια μεγάλη προοδευτική παράταξη δεν «τραβάει».

Ολη αυτή η εικόνα είναι εμφανής και στους οπαδούς του ΣΥΡΙΖΑ που δεν ξέρουν τι να στηρίξουν. Και καταφεύγουν σε μια μονομερή αντιπολιτευτική κριτική κατά της ΝΔ που έχει να κάνει με την Αστυνομία και τη δράση της.

Ετσι, το 2020 μπαίνει με μια αξιωματική αντιπολίτευση που βολοδέρνει. Με έναν ΣΥΡΙΖΑ που αποδεικνύει ότι δεν υπάρχουν δεσμοί αλλά ότι πρόκειται για μια… χαλαρή συνομοσπονδία διαφόρων πολιτικών οι οποίες όμως δεν δίνουν σαφές ιδεολογικό στίγμα και ταυτότητα.

Και έτσι είναι σίγουρο ότι θα κάνει «πάρτι» ο Μητσοτάκης, ειδικά στους προνομιακούς χώρους που θα έπρεπε να έχει την πρωτοκαθεδρία η κεντροαριστερά.