Τα Γλυπτά του Παρθενώνα και η επανένωσή τους βρέθηκαν στο κλείσιμο μιας ευρύτερης αναδρομής του Κωνσταντίνου Τασούλα στη σχέση της Ελλάδας με την ευρωπαϊκή αρχαιολογία και τις ξένες Αρχαιολογικές Σχολές. 

Μιλώντας στη Βρετανική Σχολή Αθηνών, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας συνέδεσε την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς με τη σύγχρονη αντίληψη ότι τα αρχαιολογικά ευρήματα ανήκουν στον τόπο τους και έθεσε με σαφήνεια το ζήτημα του Παρθενώνα, υπογραμμίζοντας ότι δεν μπορεί να γίνεται αποδεκτό να παραμένει επ' αόριστον χωρίς τα Γλυπτά του Παρθενώνα.

«Η επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα θα είναι μια χειρονομία με πολύ μεγάλη σημασία», τόνισε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, προτρέποντας το κοινό να αναλογιστεί «το μεγαλείο της πραγματικής επανένωσης των Γλυπτών του Παρθενώνα, που θα ακολουθούσε το μεγαλείο μιας τέτοιας χειρονομίας». 

Όπως ανέφερε, «αν δεχτούμε ότι ο Παρθενώνας είναι ο φάρος του Ευρωπαϊκού πνεύματος και της Δυτικής σκέψης δεν μπορούμε να αποδεχθούμε ότι πρέπει να παραμείνει επ' αόριστόν χωρίς τα Γλυπτά του».

Η αναφορά του έγινε στο πλαίσιο της ομιλίας του για τη συμβολή των ξένων Αρχαιολογικών Σχολών στην ανάδειξη του αρχαιοελληνικού πολιτισμού. Ο Κωνσταντίνος Τασούλας αναφέρθηκε στην προσφορά τους στην ανακατασκευή της μνήμης της Ελλάδας και της Ευρώπης, αλλά και στη διεκδίκηση της κλασικής παρακαταθήκης ως οικουμενικού ιδεώδους και ως μήτρας μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας. Παράλληλα, σημείωσε ότι η συγκρότησή τους δεν συνδέθηκε μόνο με την αναζήτηση των ευρωπαϊκών ριζών στην κλασική αρχαιότητα, αλλά και με την προσπάθεια να οργανωθεί η αρχαιολογία ως επιστημονικός κλάδος με μεθοδολογία, τεκμηρίωση και διεθνή συνεργασία.

Από τη συλλογή και την εξαγωγή στη νέα αντίληψη για τα ευρήματα

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στάθηκε ιδιαίτερα στη μεταβολή που ανέφερε στον τρόπο αντιμετώπισης των αρχαιοτήτων. Όπως υπενθύμισε, τον 19ο αιώνα η αρχαιολογία ήταν συχνά συνδεδεμένη με τη συλλογή, την εξαγωγή και την ιδιοποίηση. Αντίθετα, κατά τον 20ό και τον 21ο αιώνα, οι ξένες Αρχαιολογικές Σχολές, σε συνεργασία με την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία, συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας διαφορετικής αντίληψης, σύμφωνα με την οποία «τα ευρήματα ανήκουν στον τόπο τους, η έρευνα πρέπει να γίνεται με διαφάνεια, και τα πορίσματά της να διαμοιράζονται, καθώς η τεκμηρίωση είναι πράξη ευθύνης».

Στην ιστορική του αναδρομή αναφέρθηκε ακόμη στην ανάπτυξη του φιλελληνισμού, στην προστασία της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς και στη θεσμική οργάνωση της αρχαιολογίας μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους. 

Μεταξύ άλλων, υπενθύμισε ότι το 1827 θεσπίστηκε στο Σύνταγμα της Τροιζήνας η απαγόρευση εκποίησης ή εξαγωγής αρχαιοτήτων χωρίς κυβερνητική άδεια, ενώ το 1829 ιδρύθηκε το πρώτο αρχαιολογικό μουσείο στην Αίγινα. Ακολούθησαν η επίσημη σύσταση της Ελληνικής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας το 1833, ο πρώτος ολοκληρωμένος αρχαιολογικός νόμος το 1834 και η ίδρυση της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας το 1837.

Οι 19 ξένες Αρχαιολογικές Σχολές και η «μνήμη του χτες»

Ο Κωνσταντίνος Τασούλας επισήμανε ότι μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο οι ξένες Αρχαιολογικές Σχολές πολλαπλασιάστηκαν και σήμερα έχουν φτάσει τις 19, λειτουργώντας ως «κιβωτοί γνώσης και εμπειρίας». Όπως ανέφερε, αποτελούν έναν θεσμό που «ξεκίνησε από τον φιλελληνισμό, ωρίμασε μέσα από την επιστήμη και σήμερα λειτουργεί ως παγκόσμια κοινότητα μνήμης και γνώσης».

Στη συνέχεια, υπογράμμισε τη συμβολή τους στην αναζωογόνηση της ελληνικής ταυτότητας και του πολιτισμού, χαρακτηρίζοντάς τες γέφυρες ανάμεσα στην ελληνική αρχαιότητα και τη διεθνή επιστημονική κοινότητα. «Κατά συνέπεια, έχουμε σήμερα στο χέρι μας όλα τα υλικά για την δημιουργία του μέλλοντος. Γιατί οι σπόροι του μέλλοντος βρίσκονται μέσα στη μνήμη του χτες», ανέφερε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.