Κατά τη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος (εκ των πραγμάτων επί της κυβερνητικής πρότασης, της μόνης θεσμικά υποβληθείσας, λόγω της υπογραφής της από τον προβλεπόμενο βάσει του Κανονισμού της Βουλής αριθμό βουλευτών), ο Βουλευτής Αρκαδίας και Τομεάρχης Δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία Γιώργος Παπαηλιού, ως μέλος της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος και ως Γενικός Εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, είπε για τα συζητηθέντα  υπό αναθεώρηση άρθρα τα εξής: 

Άρθρο 86 

Α) Η συνταγματική αναθεώρηση αποτελεί μία κρίσιμη στιγμή θεσμικού αναστοχασμού σε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου. Δεν πρόκειται για μία τεχνική διαδικασία τροποποίησης επιμέρους διατάξεων, αλλά για μία βαθιά θεσμική και πολιτική λειτουργία επανακαθορισμού των σχέσεων μεταξύ των κρατικών εξουσιών. 

Το Σύνταγμα δεν είναι ένα ουδέτερο νομικό κείμενο. Είναι η συμπύκνωση ιστορικών εμπειριών, κοινωνικών συγκρούσεων και πολιτικών συμβιβασμών. Και ακριβώς γι’ αυτό, κάθε αναθεώρησή του αντανακλά όχι μόνο στη θεσμική-πολιτική εξέλιξη ενός κρατικού σχηματισμού, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αντιλαμβάνεται τη Δημοκρατία. 

Ο τρόπος που η ΝΔ επέλεξε να κινήσει και να προωθήσει την αναθεωρητική διαδικασία, αποσκοπεί αποκλειστικά στην ενίσχυση των μικροπολιτικών επιδιώξεών της και του προεκλογικού οπλοστασίου της.  

Β) Το άρθρο 86 είναι κομβικό, διότι σ΄ αυτό συμπυκνώνεται το αίτημα για λογοδοσία των πολιτικών-των υπουργών.

Η κυβερνητική πρόταση, δεν ανταποκρίνεται στο εν λόγω αίτημα, αφού επί της ουσίας καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα, κάνοντας «μια τρύπα στο νερό».    Μάλιστα, κατά την περίοδο της διακυβέρνησής της, η ΝΔ φρόντισε, μέσω της εφαρμογής-ακόμη και της καταρράκωσης-καταπάτησης του ισχύοντος άρθρου 86, να συγκαλύψει υποθέσεις στις οποίες εμπλέκονταν υπουργοί, με μεθοδεύσεις παντός είδους, ακόμη και κρύβοντας βουλευτές από σχετικές ψηφοφορίες. 

Εν προκειμένω, η  συζήτηση για την αναθεώρηση αποκτά νόημα μόνο εφόσον συνδέεται με την αποκατάσταση του κράτους δικαίου, τη λογοδοσία της εκτελεστικής εξουσίας και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Σ΄ αυτό το πλαίσιο,  η Βουλή δεν πρέπει έχει αποφασιστικό ρόλο στην ποινική αξιολόγηση υπουργών. Αυτή θα μπορούσε να γίνεται  από δικαστικό συμβούλιο, ώστε να αποφεύγεται τόσο η ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής, όσο και η ατιμωρησία. 

Το συγκεκριμένο υπόδειγμα που ενσωματώνεται στο άρθρο 86  έχει εξαντλήσει τα όριά του.

Δεν το λέει μόνον το μεγαλύτερο τμήμα  της συνταγματικής επιστήμης. Το λέει η ίδια η κοινωνία.

Εξάλλου το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η ελληνική δημοκρατία είναι η έλλειψη αξιοπιστίας των αρχών και αντίστοιχα η έλλειψη  εμπιστοσύνης των πολιτών προς αυτές.  Απαιτείται αξιοπιστία, μέσω της απομάκρυνσης από ρυθμίσεις και πρακτικές που δημιουργούν υπόνοιες προνομιακής μεταχείρισης των κυβερνητικών στελεχών.

Οι πολίτες αμφισβητούν όλο και περισσότερο την ικανότητα των θεσμών να λειτουργούν αμερόληπτα.

Αμφισβητούν τη λογοδοσία της πολιτικής εξουσία, αφού δημιουργείται η εντύπωση, ότι οι πολιτικοί αποφασίζουν για τους εαυτούς τους, χωρίς η δικαιοσύνη δεν έχει τον πρώτο λόγο όταν πρόκειται για πρόσωπα που ασκούν εξουσία. 

Αμφισβητούν εν τέλει, αν ισχύει πράγματι η συνταγματική αρχή της ισονομίας,  ότι όλοι οι πολίτες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.

Αμφισβητούν την ανεξαρτησία και βέβαια την αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης..

Και όταν η αξιοπιστία των θεσμών και αντίστοιχα η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς υποχωρεί, τότε δεν πλήττεται απλώς η εικόνα του πολιτικού συστήματος.

Πλήττεται η ίδια η ποιότητα της δημοκρατίας.

Απαιτείται αξιοπιστία, μέσω της απομάκρυνσης από ρυθμίσεις και πρακτικές που δημιουργούν υπόνοιες προνομιακής μεταχείρισης των κυβερνητικών στελεχών. 

Γι' αυτό και η συζήτηση για το άρθρο 86 αποκτά ιδιαίτερη  σημασία, αφού έχει καταστεί συμβολικά το σημείο όπου συναντώνται οι αγωνίες της κοινωνίας για τη λογοδοσία της εξουσίας. 

Άρθρα 89-90 

Γ) Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης αποτελεί θεμελιώδη αρχή, με τρεις βασικές εκφάνσεις, την προσωπική ανεξαρτησία, που αφορά το υπηρεσιακό καθεστώς των δικαστών, τη  λειτουργική ανεξαρτησία, που αφορά την απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και τη θεσμική ανεξαρτησία, που αφορά τη θέση της δικαστικής εξουσίας έναντι των άλλων  δύο εξουσιών. 

Τα άρθρα 89 και 90 βρίσκονται ακριβώς στο σημείο τομής αυτών των τριών επιπέδων. 

Η ανεξαρτησία στο πεδίο εξαρτάται από τα θεσμικά αντίβαρα, τις διαδικασίες επιλογής και ανέλιξης των δικαστικών λειτουργών  και μηχανισμούς που αποτρέπουν την ανάπτυξη σχέσεων εξάρτησης.

Γ-1) Με το άρθρο 89 θεσπίζεται ένα πλέγμα κανόνων που αποσκοπούν στη διασφάλιση της αμεροληψίας και της θεσμικής ουδετερότητας των δικαστικών λειτουργών. 

Ο δικαστικός λειτουργός πρέπει να παραμένει αποκομμένος από κάθε μορφή εξουσίας που θα μπορούσε να επηρεάσει, άμεσα ή έμμεσα, την κρίση του. 

Ωστόσο, η ελληνική θεσμική εμπειρία προκαλεί  έντονη αμφισβήτηση. 

Το πρόβλημα δεν είναι πρωτίστως ηθικό. Δεν αφορά την προσωπική ακεραιότητα, την καλή πίστη, την ηθική συγκρότηση και τις προθέσεις των προσώπων, αλλά από τη δομή του συστήματος από τις δυνατότητες που δημιουργούνται με τη συγκέντρωση ή τη διασταύρωση των εξουσιών. 

Και πάντως, έχουν διατυπωθεί τρεις βασικές κατευθύνσεις προβληματισμού, η ανάγκη αυστηροποίησης των ασυμβίβαστων, ώστε να αποτρέπεται η άμεση ή έμμεση εμπλοκή δικαστικών λειτουργών σε εκτελεστικές θέσεις εξουσίας,  η ενίσχυση των χρονικών περιορισμών μετά την αφυπηρέτηση, προκειμένου να αποφεύγεται η εικόνα ή η πραγματικότητα ανταποδοτικών θεσμικών σχέσεων και η ενίσχυση της διαφάνειας στις θεσμικές μετακινήσεις, ώστε να διασφαλίζεται η αξιοπιστία του συστήματος και η εξ αυτής εμπιστοσύνη των πολιτών. 

Γ-2) Το άρθρο 90 του Συντάγματος ρυθμίζει ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία της θεσμικής ισορροπίας του κράτους δικαίου, .τη διαδικασία επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων.  

Η επιλογή της δικαστικής ηγεσίας δεν είναι μια απλή διοικητική πράξη. Είναι μια πράξη με βαθύ θεσμικό και πολιτικό αποτύπωμα, καθώς επηρεάζει συνολικά τη λειτουργία της Δικαιοσύνης και, κατ’ επέκταση, την εμπιστοσύνη των πολιτών στο σύστημα απονομής του δικαίου. 

Στο ισχύον συνταγματικό πλαίσιο, η εκτελεστική εξουσία-το υπουργικό συμβούλιο διατηρεί καθοριστικό ρόλο στη διαδικασία επιλογής. Ακόμη και όταν προβλέπονται γνωμοδοτικά ή θεσμικά στάδια, η τελική απόφαση ανήκει στην κυβέρνηση. 

Όμως μπορεί η δικαστική εξουσία να θεωρείται πλήρως ανεξάρτητη όταν η κορυφή της επιλέγεται από την εκτελεστική εξουσία, όταν μάλιστα Η δικαιοσύνη αποτελεί τον κατεξοχήν θεσμικό ελεγκτή της νομιμότητας. Επομένως, η πλήρης εξάρτηση της κορυφής της από την εκτελεστική εξουσία δημιουργεί ένα δομικό παράδοξο: ο ελεγκτής να επηρεάζεται από τον ελεγχόμενο. 

Η δε απαιτούμενη δημοκρατική νομιμοποίηση πρέπει να επαναπροσδιοριστεί με τρόπο και θεσμικά ισορροπημένο και πιο πλουραλιστικό. 

Αν η επιλογή αφεθεί αποκλειστικά στους δικαστικούς λειτουργούς, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ένα κλειστό σύστημα αυτοαναπαραγωγής της δικαστικής ιεραρχίας. 

Η συμμετοχή της ίδιας της Βουλής μπορεί και πρέπει να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο. Χρειάζονται βέβαια αυξημένες θεσμικές εγγυήσεις, διαφανείς και προκαθορισμένες διαδικασίες αξιολόγησης και περιορισμό της διακριτικής ευχέρειας της εκτελεστικής εξουσίας.  

Απαιτείται  θεσμική εξισορρόπηση, ώστε η δικαιοσύνη να διαθέτει ισχυρή θεσμική αυτονομία, αλλά εντός ενός πλαισίου διαφάνειας και πολυεπίπεδης συμμετοχής. 

Δ) Τα   τελευταία 7 χρόνια, δεν μπορεί να αγνοηθεί, ότι το κράτος δικαίου στη χώρα μας διέρχεται μία βαθιά κρίση. Πολλαπλά φαινόμενα αντιθεσμικής υπονόμευσης και  παρεμβάσεων στη δικαιοσύνη και τις ανεξάρτητες αρχές από την εκτελεστική εξουσία-την κυβέρνηση σε σύμπραξη με την ηγεσία της (της δικαιοσύνης)    και ισχυρούς εξωθεσμικούς παράγοντες και παράλληλα καθυστέρησης στην απονομή της (της δικαιοσύνης).  

Έτσι τίθεται υπό αμφισβήτηση το κράτος δικαίου, η ανεξαρτησία και η αξιοπιστία  της και εν τέλει η ίδια τη Δημοκρατία και  η  ποιότητά της. 

Μία σειρά σκανδάλων σε υποθέσεις μεγάλου δημοσίου ενδιαφέροντος και οι εξελισσόμενες επιχειρήσεις συγκάλυψής τους (έγκλημα Τεμπών, υποκλοπές, ΟΠΕΚΕΠΕ) αποδεικνύουν του λόγου το αληθές. 

Στον αντίποδα, με  την ανεξάρτητη και αμερόληπτη κρίση των δικαστικών λειτουργών, διασφαλίζονται τα δικαιώματα των πολιτών,   κατοχυρώνεται η εμπιστοσύνη τους προς τους θεσμούς και εν τέλει διατηρούνται η κοινωνική ισορροπία, η  κοινωνική συνοχή.  

Είναι καθήκον όλων να προστατεύσουν τη θεσμική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, στη σημερινή εποχή των μεγάλων προκλήσεων, των αντιθεσμικών πιέσεων, των κοινωνικών ανισοτήτων, μέσω των οποίων δοκιμάζονται οι λειτουργίες του κράτους.  

Εν τέλει, πρέπει να διασφαλίζεται, ότι  η Δικαιοσύνη θα λειτουργεί πραγματικά ως προστάτης των δικαιωμάτων των πολιτών και  θεματοφύλακας της δημοκρατικής ομαλότητας. 

Επί των ημερών της διακυβέρνησης της ΝΔ,  το κράτος δικαίου έχει καταρρακωθεί. Αυτό αποτυπώνεται (και) σε εκθέσεις διεθνών και ευρωπαϊκών οργανισμών, αλλά ακόμη και στη στάση των δικαστικών λειτουργών, οι οποίοι αρνήθηκαν να νομιμοποιήσουν θεσμικές διαδικασίες επιλογής δικαστικών λειτουργών, επειδή τις θεωρούν «στημένες».  Τι άλλην χρείαν έχομεν μαρτύρων(;)   

Η δικαστική ανεξαρτησία δεν είναι δικαστικό προνόμιο, αλλά εγγύηση υπέρ των πολιτών, καθώς συναρτάται άμεσα με την εμπέδωση του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων.