Την πάγια ελληνική θέση ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019 είναι «άκυρο και ανυπόστατο», αντίκειται στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων κρατών επαναβεβαιώνει η Αθήνα με επιστολή προς τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ.

Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, η επιστολή απεστάλη από τη Μόνιμη Αντιπρόσωπο της Ελλάδας στα Ηνωμένα Έθνη, Αγλαΐα Μπαλτά, κατόπιν οδηγιών του υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη, ως απάντηση στην απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων της Λιβύης να εγκρίνει την επίμαχη συμφωνία.

Μέσω της επιστολής της προς τον ΟΗΕ, η ελληνική πλευρά ξεκαθαρίζει ότι η επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή της Λιβύης δεν αναιρεί, κατά την Αθήνα, τον παράνομο χαρακτήρα της συμφωνίας ούτε μπορεί να θεμελιώσει δικαιώματα εις βάρος τρίτων κρατών.

Υπενθυμίζεται ότι, την Τρίτη η Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης ενέκρινε τη συμφωνία οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών με την Τουρκία, ανακαλώντας ουσιαστικά την απόφαση - μποϊκοτάζ που είχε λάβει το 2020. Το Κοινοβούλιο της Λιβύης, που εδρεύει στην ανατολική Λιβύη, είναι υπό τον έλεγχο της Βεγγάζης υπό τον Χαλίφα Χαφτάρ και βρίσκεται σε χρόνια αντιπαράθεση με την Τρίπολη, δεν το είχε κυρώσει τότε. Μάλιστα, το 2020 είχε κηρύξει άκυρο και είχε μποϊκοτάρει τη συμφωνία.

Παράλληλα, Αθήνα και Κάιρο διαμορφώνουν κοινό διπλωματικό μέτωπο απέναντι στις τελευταίες εξελίξεις γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο, με τους υπουργούς Εξωτερικών Ελλάδας και Αιγύπτου να απορρίπτουν κατηγορηματικά την κύρωσή του από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης.

Ο υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, είχε την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου νέα τηλεφωνική επικοινωνία με τον Αιγύπτιο ομόλογό του, Μπαντρ Αμπντελάτι, με αντικείμενο τη στρατηγική εταιρική σχέση των δύο χωρών και τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο.

Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, οι δύο υπουργοί «απέρριψαν κατηγορηματικά την κύρωση, από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης, του Μνημονίου Τουρκίας-Λιβύης του 2019 για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών», υπογραμμίζοντας την ανάγκη σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου, συμπεριλαμβανομένης της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS).