Τη στρατηγική και οικονομική σημασία του Κάθετου Διαδρόμου για την Ελλάδα, τις ΗΠΑ και την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια υπογραμμίζει ο πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα και πρώην Υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ για τους Ενεργειακούς Πόρους, Τζέφρι Πάιατ, με ανάρτησή του στο X.

Ο Πάιατ επισημαίνει ότι υπάρχει «αδιαμφισβήτητη στρατηγική και οικονομική λογική πίσω από τον Κάθετο Διάδρομο», υπενθυμίζοντας ότι είχε υποστηρίξει ενεργά το συγκεκριμένο εγχείρημα τόσο κατά τη διάρκεια της θητείας του στην Αθήνα όσο και από τη θέση του στο αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών.

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στον ρόλο των αμερικανικών εταιρειών, σημειώνοντας ότι τις στήριξε «σε κάθε τους βήμα», συνδέοντας την ανάπτυξη του Κάθετου Διαδρόμου με τη στενότερη ενεργειακή συνεργασία μεταξύ Ελλάδας και ΗΠΑ.

Κατά τον ίδιο, η σημασία του εγχειρήματος ενισχύεται καθώς η Ευρώπη προχωρά στην πλήρη σταδιακή απεξάρτησή της από το ρωσικό φυσικό αέριο, μία εξέλιξη την οποία χαρακτηρίζει μακροχρόνιο στόχο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

Ο Πάιατ συνδέει την επιτάχυνση αυτής της διαδικασίας με τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις ρωσικές υβριδικές επιθέσεις κατά της Ευρώπης, εκτιμώντας ότι υπό τις σημερινές γεωπολιτικές συνθήκες ο ρόλος εναλλακτικών ενεργειακών διαδρομών αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα.

Δήλωση Τζέφρι Πάιατ στο X

«Όπως επεσήμανε ο Ζεμενίδης, και όπως υποστήριζα σθεναρά καθ' όλη τη διάρκεια της θητείας μου στην Αθήνα καθώς και ως Υφυπουργός Εξωτερικών αρμόδιος για θέματα Ενεργειακών Πόρων - στηρίζοντας τις αμερικανικές εταιρείες σε κάθε τους βήμα - υπάρχει μια αδιαμφισβήτητη στρατηγική και οικονομική λογική πίσω από τον Κάθετο Διάδρομο.

Αυτό ισχύει ιδιαίτερα καθώς η Ευρώπη υλοποιεί την πλήρη σταδιακή κατάργηση του ρωσικού φυσικού αερίου —έναν στόχο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής που επιδιωκόταν εδώ και καιρό— γεγονός που καθίσταται ακόμη πιο κρίσιμο υπό το πρίσμα της εισβολής πλήρους κλίμακας στην Ουκρανία και των κλιμακούμενων ρωσικών υβριδικών επιθέσεων κατά της Ευρώπης.

Το ρεπορτάζ της @WSJ μιλάει από μόνο του και είμαι βέβαιος ότι θα ακολουθήσουν και άλλοι, όμως ας μη χάνουμε από τα μάτια μας τα οφέλη που έχουν προκύψει για την Ελλάδα και τις ΗΠΑ από τη στενότερη ενεργειακή μας συνεργασία - σε ζητήματα που εκτείνονται από το LNG και την απολιγνιτοποίηση, μέχρι την αποθήκευση ενέργειας σε μπαταρίες και τις περιφερειακές διασυνδέσεις».

Νωρίτερα, ο Έντι Ζεμενίδης, Εκτελεστικός Διευθυντής του Hellenic American Leadership Council (HALC), είχε γράψει στο X: «Από πλευράς ΗΠΑ, τόσο η πρώτη κυβέρνηση Τραμπ όσο και στη συνέχεια η κυβέρνηση Μπάιντεν προέβησαν σε μείζονες κινήσεις για την αναβάθμιση αυτής της σχέσης, γεγονός που προσέλκυσε κορυφαίες αμερικανικές εταιρείες. Το έπραξαν δε χωρίς να κατευθύνουν έργα προς οποιαδήποτε συγκεκριμένη ελληνική ή αμερικανική επιχείρηση. Ο τρόπος λειτουργίας (modus operandi) που περιγράφεται σε αυτό το δημοσίευμα υπονομεύει αυτό που έχει εξελιχθεί σε ένα τεράστιο επίτευγμα για την εξωτερική πολιτική — τη διμερή σχέση και τη μετεξέλιξη της Ελλάδας από «προβληματικό παιδί» της Ευρώπης σε βασικό γεωπολιτικό παράγοντα σε πολλαπλές περιοχές. Το Great Sea Interconnector, τα FSRU στην Ελλάδα — όλα διαδραματίζουν κομβικό ρόλο στη διασφάλιση της ενεργειακής ανεξαρτησίας της Ευρώπης από κακόβουλους δρώντες και στην ενίσχυση της ενεργειακής της ασφάλειας. Η Νοτιοανατολική Ευρώπη και η Ανατολική Μεσόγειος αποτελούν στρατηγικά σημεία σύγκλισης, αλλά μην απατάστε: ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων εκτυλίσσεται σε αυτά ακριβώς τα πεδία δράσης. Προς τιμήν της, η κυβέρνηση του Έλληνα Πρωθυπορυγού έχει σταθερά θέσει σε προτεραιότητα την ενεργειακή διπλωματία και έχει εργαστεί για τη δημιουργία περισσότερων επιλογών με σκοπό την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας. Η Ουάσιγκτον, οι Βρυξέλλες και η Αθήνα οφείλουν να παραμείνουν σε εγρήγορση και να διασφαλίσουν ότι οι γεωπολιτικές και οι μακροπρόθεσμες οικονομικές παράμετροι θα βρίσκονται στο προσκήνιο, καθορίζοντας ποια έργα θα ιεραρχούνται κατά προτεραιότητα και ποιοι θα συμμετέχουν σε αυτά. Οτιδήποτε λιγότερο συνιστά γεωστρατηγικό παράπτωμα».