Τετάρτη
02 Σεπτεμβρίου 2026

Eurobank: Η «κρυφή» υπεραξία των ελληνικών πανεπιστημίων για την οικονομία

Επιχειρήσεις

Η αναβάθμιση της ποιότητας των ελληνικών πανεπιστημίων θα μπορούσε να αποτελέσει έναν από τους σημαντικότερους μοχλούς μακροχρόνιας ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία, οδηγώντας σε αύξηση του ΑΕΠ έως και 10,8%-12,7% εφόσον η χώρα προσεγγίσει τα επίπεδα των πιο ανεπτυγμένων εκπαιδευτικά και ερευνητικά συστημάτων διεθνώς.

Η μελέτη της Eurobank για την τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα αναδεικνύει ένα παράδοξο: η χώρα διαθέτει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά συμμετοχής νέων στα πανεπιστήμια στην ΕΕ-27, αλλά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις στην ποιότητα των δεξιοτήτων, στη σύνδεση με την αγορά εργασίας και στην προσέλκυση ξένων φοιτητών. Σύμφωνα με τη μελέτη, ένας φιλόδοξος αλλά ρεαλιστικός στόχος θα ήταν η αύξηση των ξένων και παλιννοστούντων φοιτητών στους 100.000 από περίπου 25.000 σήμερα, κάτι που θα μπορούσε να προσφέρει άμεση συνεισφορά στο ΑΕΠ περίπου 1 δισ. ευρώ ετησίως.

Ειδικότερα, η Μονάδα Οικονομικής Ανάλυσης και Έρευνας της Eurobank εξέδωσε μελέτη με τίτλο «Η τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα: μεγέθη, προκλήσεις και δυνητική συνεισφορά στην ανάπτυξη». Συγγραφείς της μελέτης είναι οι Δρ. Τάσος Αναστασάτος, Επικεφαλής Οικονομολόγος, και Δρ. Κωνσταντίνος Πέππας, Ερευνητής Οικονομολόγος.

Η μελέτη παρουσιάζει τα βασικά μεγέθη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα, σε συγκριτική ανάλυση με τις χώρες της ΕΕ-27, αναδεικνύοντας τις ελληνικές ιδιαιτερότητες και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ανώτατη εκπαίδευση στη χώρα μας. Ακολούθως, επιχειρεί να εκτιμήσει τις δυνητικές θετικές επιδράσεις στο ΑΕΠ από την βελτίωση στο επίπεδο της παρεχόμενης γνώσης και της ερευνητικής δραστηριότητας των ελληνικών πανεπιστημίων, έτσι ώστε να προσεγγίσουν το επίπεδο χωρών με υψηλότερο επίπεδο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και, συναρτήσει αυτών, από την προσέλκυση ξένων και επαναπατριζόμενων Ελλήνων φοιτητών και διδακτικού προσωπικού. Η μελέτη καταλήγει με προτάσεις πολιτικής.

ΠΡΟΣΒΑΣΙΜΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

– Το ελληνικό σύστημα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης παρουσιάζει το υψηλότερο μέσο ποσοστό στην ΕΕ-27 όσον αφορά τη συμμετοχή των νέων στα πανεπιστήμια

– Ο αριθμός των μεταπτυχιακών φοιτητών υπερ-οκταπλασιάστηκε μεταξύ 2001-2023 (στους 106,8 χιλ.) και των διδακτορικών σχεδόν τριπλασιάστηκε (στους 33,7 χιλ.)

Η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από υψηλή ζήτηση για σπουδές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αντιστοίχως εύκολη πρόσβαση. Το ελληνικό σύστημα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης παρουσιάζει το υψηλότερο μέσο ποσοστό στην ΕΕ-27 όσον αφορά τη συμμετοχή των νέων 20 ετών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση: 55,7% έναντι μέσου όρου 33,1% στην ΕΕ-27 (μέσο ποσοστό 2013-2024). Την περίοδο 2001-2023, πάνω από 75,0 χιλ. πρωτοετείς φοιτητές κατ’ έτος εισέρχονταν σε ιδρύματα του πανεπιστημιακού και του τεχνολογικού τομέα. Ο αριθμός των προπτυχιακών φοιτητών σε κανονικά εξάμηνα σπουδών σε πανεπιστημιακό και τεχνολογικό τομέα κυμαίνεται στους 300,0 χιλ. περίπου κατ’ έτος (296,8 χιλ. το 2023). Παράλληλα, η άνοδος του αριθμού των αποφοίτων λυκείου που εισέρχονται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, συνοδεύτηκε από ακόμα ταχύτερη αύξηση του αριθμού των κατόχων βασικού πτυχίου που ακολούθησαν μεταπτυχιακές ή διδακτορικές σπουδές, ενδεικτικό ότι όλο και περισσότερα άτομα αναζητούν υψηλότερα ακαδημαϊκά προσόντα για να είναι πιο ανταγωνιστικοί στην αγορά εργασίας. Ο αριθμός των μεταπτυχιακών φοιτητών στον πανεπιστημιακό και τεχνολογικό τομέα υπερ-οκταπλασιάστηκε μεταξύ 2001 και 2023 (στους 106,8 χιλ.) και των διδακτορικών σχεδόν τριπλασιάστηκε (στους 33,7 χιλ.).

Η είσοδος στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δείχνει να είναι ευχερέστερη αλλά ίσως και ελκυστικότερη για τις γυναίκες καθώς την περίοδο που εξετάζεται αποτελούν πάνω από τους μισούς πρωτοετείς φοιτητές και το 58,0% των μεταπτυχιακών φοιτητών στο σύνολο των ιδρυμάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Αντίθετα, στις διδακτορικές σπουδές πλειοψηφούν οι άνδρες, αν και το ποσοστό των γυναικών έχει αυξηθεί σημαντικά με το χρόνο (48,4% το 2023). Τα επιστημονικά πεδία που συγκεντρώνουν τους περισσότερους πρωτοετείς φοιτητές είναι τα πεδία των Κοινωνικών επιστημών-Δημοσιογραφίας-Ενημέρωσης, Μηχανικής-Μεταποίησης-Κατασκευών και Διοίκησης επιχειρήσεων-Νομικών σπουδών, ενώ χαμηλά στη σχετική κατάταξη είναι τα πεδία των Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών, Γεωργίας-Δασοκομίας-Αλιείας-Κτηνιατρικής και Υπηρεσιών. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της περιόδου 2001-2023, βαθμιαία περιορίστηκε σημαντικά το μερίδιο αυτών που επιλέγουν τα πεδία των Τεχνών-Ανθρωπιστικών επιστημών, με σημαντική αύξηση αυτών που κατευθύνονται στα πεδία Υγείας-Ευημερίας, Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών και Μηχανικής-Μεταποίησης-Κατασκευών. Οι τάσεις αυτές αντανακλούν αντίστοιχες μεταβολές στην αγορά εργασίας.

Η εύκολη πρόσβαση στα ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης συνοδεύτηκε και από τριπλασιασμό στον αριθμό των φοιτητών πέραν των κανονικών εξαμήνων σπουδών οι οποίοι το 2023 ανέρχονταν στους 447,1 χιλ. (+3,0 φορές συγκριτικά με το 2001) στο σύνολο του πανεπιστημιακού και τεχνολογικού τομέα. Ως αποτέλεσμα, συνολικά την περίοδο 2001-2023, ο λόγος πρωτοετείς φοιτητές προς πτυχιούχοι κυμαίνεται στα επίπεδα του 1,5. Πλέον το θέμα των υπερήμερων φοιτητών έχει αντιμετωπιστεί με την καθιέρωση και εφαρμογή νόμου που, αφενός θέτει όρια στη διάρκεια των σπουδών, αφετέρου οδήγησε στην εκκαθάριση των φοιτητικών καταλόγων των ΑΕΙ με τη διαγραφή πλέον των 300,0 χιλ. μη ενεργών φοιτητών. Αλλά και ο αριθμός των πτυχιούχων στο σύνολο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχει αυξηθεί κατά 56,1% (στους 57,3 χιλ. το 2023) ή διαφορετικά κάθε έτος αποφοιτούσαν 50,2 χιλ. άτομα κατά μέσο όρο, με αποτέλεσμα στο σύνολο της υπό εξέτασης περιόδου ο συνολικός αριθμός τους να ξεπεράσει το 1,0 εκατ.

ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΕΛΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

– Η έρευνα PIAAC (2016) του ΟΟΣΑ που αφορά τους ενηλίκους έδειξε ότι 19% των αποφοίτων του πανεπιστημίου είναι λειτουργικά αναλφάβητοι

Ωστόσο, η αύξηση του αριθμού των πτυχιούχων δεν συνοδεύεται αναγκαστικά από άνοδο της ποιότητας των παρεχόμενων σπουδών: παλαιότερη έρευνα PIAAC του ΟΟΣΑ που αφορά τους ενηλίκους, με στοιχεία έως και το 2015, έδειξε ότι 19% των αποφοίτων του πανεπιστημίου ήταν λειτουργικά αναλφάβητοι. Είναι απορίας άξιον πώς είναι δυνατόν ένα εκπαιδευτικό σύστημα να χορηγεί πτυχία πανεπιστημίου σε ανθρώπους που αποτιμώνται ως λειτουργικά αναλφάβητοι. Παρόμοια αποτελέσματα έδειξε και η έρευνα PISA του ΟΟΣΑ για μαθητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του 2022. Παράλληλα, ενώ άλλες χώρες βελτίωσαν το σύνολο των βασικών δεξιοτήτων του πληθυσμού κατά περίπου 30%-35% από τη δεκαετία του ’50, στην Ελλάδα η αντίστοιχη βελτίωση ήταν μόλις 5%. Σε αντίθεση με ό,τι παρατηρείται σε άλλες χώρες, οι νέοι ηλικίας 25-34 ετών στην Ελλάδα έχουν περίπου ίδιες επιδόσεις στον εγγραμματισμό με τα άτομα ηλικίας 55-65 ετών παρά το γεγονός ότι το ποσοστό των πτυχιούχων έχει αυξηθεί εκθετικά. Αυτά τα ευρήματα εγείρουν τον προβληματισμό κατά πόσον η αύξηση του αριθμού των πτυχιούχων επετεύχθη με το κόστος της χαλάρωσης των κριτηρίων εισδοχής και αποφοίτησης κι επομένως της χαμηλότερης ποιότητας των παρεχόμενων γνώσεων και ικανοτήτων, δηλαδή κατά πόσον υφίσταται πληθωρισμός πτυχίων. Οι προσμετρήσεις ποιότητας πιθανώς συνεισφέρουν και στην έξοδο πολλών χιλιάδων νέων Ελλήνων κι Ελληνίδων στο εξωτερικό για την διεξαγωγή προπτυχιακών ή μεταπτυχιακών σπουδών: το 2023 ήταν 37.658, περισσότεροι από το 2008, παρά την άνοδο των προσφερόμενων θέσεων σε ελληνικά ιδρύματα. Αυτό κοστίζει στα νοικοκυριά και στην εθνική οικονομία τεράστια ποσά συναλλάγματος και, στο βαθμό που αρκετοί παραμένουν στο εξωτερικό, στερεί από την ελληνική οικονομία εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό και επιδεινώνει τις δυσμενείς προβολές εξέλιξης του πληθυσμού.

ΔΕΞΙΟΤΗΤΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

– Σύμφωνα με το CEDEFOP η Ελλάδα, το 2017 και το 2024, σημειώνει την τρίτη και τη δεύτερη χαμηλότερη επίδοση, αντίστοιχα, μεταξύ 31 χωρών στην αντιστοίχιση δεξιοτήτων με την αγορά εργασίας

Περαιτέρω, οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις, και ιδίως η εισαγωγή της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ), απαιτούν από την εκπαίδευση την προσαρμογή των προσφερόμενων γνωστικών αντικειμένων και των μεθόδων διδασκαλίας, στις νέες ανάγκες, καθώς και μεγάλης έκτασης επανεκπαίδευση και κατάρτιση (reskilling & upskilling) του ανθρώπινου δυναμικού. Εάν το εκπαιδευτικό σύστημα επιτύχει γρήγορη και αποτελεσματική προσαρμογή, θα ακολουθήσει ταχεία ανάπτυξη της παραγωγικότητας και των εισοδημάτων. Εάν καθυστερήσει, η απόσταση από το κατά κεφαλήν εισόδημα των πρωτοπόρων χωρών θα αυξηθεί. Η ανάπτυξη, για να είναι βιώσιμη μακροχρόνια, πρέπει να βασίζεται σε άνοδο της παραγωγικότητας, το οποίο με τη σειρά του έχει ως κρισιμότερη προϋπόθεση την ύπαρξη ενός ανθρώπινου δυναμικού με υψηλές δεξιότητες και γνώσεις, αλλά και τα λεγόμενα soft skills: ικανότητα για συνεργασία, ενσυναίσθηση, προσαρμοστικότητα στις δυναμικές του εξωτερικού περιβάλλοντος. Το πανεπιστήμιο, όντας κρίσιμο τμήμα του συνολικού σχεδιασμού, πρέπει να εστιάσει στην προαγωγή της κριτικής ικανότητας και σκέψης και όχι στη στείρα αποστήθιση γνώσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με το CEDEFOP η Ελλάδα, το 2017 και το 2024, σημειώνει την τρίτη και τη δεύτερη χαμηλότερη επίδοση, αντίστοιχα, μεταξύ 31 χωρών στον βαθμό στον οποίο οι δεξιότητες αντιστοιχίζονται αποτελεσματικά στην αγορά εργασίας. Για να συνεισφέρει στην προσέλκυση καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού και τη δημιουργία εισοδημάτων, η τριτοβάθμια εκπαίδευση πρέπει να επενδύσει στην ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, να δημιουργήσει ένα οικοσύστημα γνώσης, έρευνας και καινοτομίας και να βελτιώσει τους δεσμούς της με την παραγωγική οικονομία. Αυτό αφορά εξίσου τα κρατικά και τα μη κρατικά ιδρύματα.

Εξίσου σημαντικό είναι το εύρημα ότι η Ελλάδα την περίοδο 2008-2025 είχε το τέταρτο υψηλότερο ποσοστό (2η το 2025) υπερ-ειδίκευσης (over-qualification rate) μεταξύ των χωρών της ΕΕ-27, το οποίο αφορά τους απασχολούμενους με τριτοβάθμια εκπαίδευση που εργάζονται σε χαμηλής ή μεσαίας ειδίκευσης επαγγέλματα. Αυτό μπορεί να ιδωθεί ως ένδειξη πληθωρισμού πτυχιούχων ή και ρηχότητας της παραγωγικής βάσης της χώρας που δεν δημιουργεί επαρκή αριθμό θέσεων υψηλότερης εξειδίκευσης, λόγω της κλίσης της προς τομείς χαμηλότερης γνώσης. Παρόμοια εικόνα μεγάλης αύξησης του αριθμού των πτυχιούχων προκύπτει και από την εξέλιξη του αριθμού αποφοίτων μεταπτυχιακών και διδακτορικών προγραμμάτων σπουδών. Ο αριθμός των μεταπτυχιακών υπερ-εξαπλασιάστηκε (στους 26,9 χιλ. το 2023, 300 χιλ. στο σύνολο της περιόδου), ενώ ο αριθμός των διδακτόρων σχεδόν τριπλασιάστηκε (στους 2,4 χιλ. το 2023, 39 χιλ. στο σύνολο της περιόδου). Αντίθετα, το διδακτικό προσωπικό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης περιορίστηκε μεταξύ 2001 και 2023 κατά 12,5%. Η εικόνα αυτή προήλθε από τον περιορισμό κατά 40,0% την περίοδο της κρίσης 2009-2014 λόγω των περικοπών δαπανών, με τον κύριο όγκο να αφορά τη μείωση του διδακτικού προσωπικού με σύμβαση ορισμένου χρόνου.

ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

– Η Ελλάδα παρουσιάζει χαμηλές – αν και αυξανόμενες – δαπάνες στο σύνολο της εκπαίδευσης αλλά άνω του μέσου όρου της ΕΕ-27 στην τριτοβάθμια εκπαίδευση

Όσον αφορά τη χρηματοδότηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, η Ελλάδα παρουσιάζει μία από τις χαμηλότερες θέσεις στην ΕΕ-27 όσον αφορά τις δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ στο σύνολο της εκπαίδευσης αλλά υψηλότερες του μέσου όρου στις δαπάνες της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, με αμφότερα τα ποσοστά να αυξάνονται. Οι περισσότερες κατηγορίες δαπανών παρουσιάζουν αύξηση την περίοδο πριν την οικονομική κρίση, κατά τη διάρκεια της περιορίζονται και στην συνέχεια ακολουθούν και πάλι ανοδική πορεία. Άνω του 80% αφορούν δαπάνες αποζημίωσης εργαζομένων και δαπάνες ενδιάμεσης κατανάλωσης, ωστόσο την πενταετία 2020-2024 αυξήθηκαν σημαντικά οι επενδύσεις παγίων και ανήλθαν στο μισό περίπου των συνολικών δαπανών. Συνολικά, την περίοδο 2001-2024, οι δαπάνες για τριτοβάθμια εκπαίδευση αυξήθηκαν, από 1,5% σε 2,7% του συνόλου των δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης.

ΕΡΕΥΝΑ ΣΤΗΝ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

– Ο αριθμός των επιστημονικών δημοσιεύσεων όλων των φορέων αυξήθηκε σημαντικά

– Η ποιότητα των δημοσιεύσεων επίσης βελτιώθηκε

– Η θέση της Ελλάδας συγκριτικά με τις χώρες της ΕΕ-27 στη διεθνή ανταγωνιστικότητα της επιστημονικής/ερευνητικής ικανότητας επίσης βελτιώνεται

– Συγκριτικά με την ΕΕ-27, οι δαπάνες R&D ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι χαμηλότερες αλλά η μεταξύ τους απόσταση μειώνεται με την πάροδο του χρόνου

Κατά τη διάρκεια της περιόδου 2000-2021, ο αριθμός των επιστημονικών δημοσιεύσεων όλων των φορέων της χώρας αυξήθηκε σημαντικά, με τις περισσότερες να προέρχονται από τα πανεπιστημιακά και τεχνολογικά ιδρύματα – όπου έχουν υπερ-τετραπλασιαστεί – ενώ μετά το 2013 υπερτερούν σε αριθμό οι δημοσιεύσεις με διεθνή συνεργασία. Η ποιότητα των δημοσιεύσεων επίσης βελτιώθηκε, όπως προκύπτει από τον αριθμό των αναφορών (αύξηση κατά 10,4 φορές), από το ποσοστό των δημοσιεύσεων που λαμβάνουν αναφορές(+22,3 π.μ.) και από τον δείκτη απήχησης, ο οποίος καταδεικνύει ότι οι δημοσιεύσεις των ελληνικών πανεπιστημίων έχουν πλέον μεγαλύτερη απήχηση από τον παγκόσμιο μέσο όρο, με την ταχύτερη αύξηση στις κατηγορίες των ανώτερων 1% και 5% δημοσιεύσεων με την υψηλότερη απήχηση. Υψηλότεροι δείκτες απήχησης εμφανίζονται στις Φυσικές Επιστήμες και στην Ιατρική-Επιστήμες υγείας. Η θέση της Ελλάδας συγκριτικά με τις χώρες της ΕΕ-27 στη διεθνή ανταγωνιστικότητα της επιστημονικής/ερευνητικής ικανότητας επίσης βελτιώνεται.

Οι δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης (R&D) στα πανεπιστήμια έχουν αυξηθεί σε απόλυτο ποσό και ως ποσοστό του ΑΕΠ, αν και το ποσοστό συμμετοχής τους στις συνολικές δαπάνες R&D της χώρας είναι μικρότερο από αυτό των επιχειρήσεων και περιορίζεται την περίοδο 2001-2024 (από 44,9% σε 25,4%). Συγκριτικά με την ΕΕ-27, οι δαπάνες R&D στο χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα, ως ποσοστό του ΑΕΠ, είναι χαμηλότερες αλλά η μεταξύ τους απόσταση μειώνεται με την πάροδο του χρόνου. Άνω του 80% των συνολικών δαπανών R&D στην τριτοβάθμια εκπαίδευση πραγματοποιείται από τα πανεπιστήμια και το 15% περίπου από πανεπιστημιακά νοσοκομεία και κλινικές, ενώ άνω του 90% αφορά τρέχουσες δαπάνες – κυρίως κόστος εργασίας. Πάνω από τις μισές δαπάνες R&D της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αφορούν δαπάνες βασικής έρευνας, το 37,0% περίπου δαπάνες εφαρμοσμένης έρευνας, ενώ οι μισές περίπου κατευθύνονται στα επιστημονικά πεδία της Μηχανικής-Τεχνολογίας (25,0%) και της Ιατρικής-Επιστημών υγείας (23,8%).

ΔΥΝΗΤΙΚΑ ΟΦΕΛΗ ΤΩΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΩΝ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

– Πολυδιάστατη και οικονομικά σημαντική επίδραση, άμεση αλλά και μακροχρόνια από τη συσσώρευση και διάχυση γνώσης

Η ψήφιση του Νόμου 5094/2024 με τον οποίο δίνεται η δυνατότητα ίδρυσης και λειτουργίας στην Ελλάδα παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων αίρει μια ελληνική ιδιαιτερότητα και δημιουργεί προσδοκίες αύξησης της συνεισφοράς της ανώτατης εκπαίδευσης στην οικονομική ανάπτυξη. Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, τα «κανάλια» μέσω των οποίων τα πανεπιστήμια επιδρούν στην οικονομική ανάπτυξη είναι: (α) το καταρτισμένο και υψηλών – συνήθως – δεξιοτήτων ανθρώπινο δυναμικό με το οποίο εφοδιάζουν την οικονομία τα πανεπιστήμια, (β) η παραγωγή και διάχυση των προϊόντων της καινοτομίας από τα πανεπιστήμια προς τις επιχειρήσεις και την κοινωνία, (γ) η στελέχωση και καλύτερη λειτουργία θεσμικών οργάνων με αποφοίτους πανεπιστημίων και (δ) η άμεση συνεισφορά στην εγχώρια ζήτηση, ήτοι οι κεφαλαιουχικές δαπάνες των ιδρυμάτων και η αυξημένη κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών από τους φοιτητές και το διδακτικό προσωπικό των πανεπιστημίων. Ενώ η βιβλιογραφία τεκμηριώνει ότι η τριτοβάθμια εκπαίδευση έχει πολυδιάστατη και οικονομικά σημαντική επίδραση, το μέγεθος και ο χρονικός ορίζοντας της επίδρασης διαφέρουν ανάλογα με το κανάλι μέσω του οποίου λειτουργεί. Οι βραχυχρόνιες επιδράσεις, που προκύπτουν από τις δαπάνες των ιδρυμάτων, εργαζομένων, φοιτητών και επισκεπτών, κινούνται στην περιοχή του 1% έως 3% του ΑΕΠ ή της περιφερειακής οικονομικής δραστηριότητας. Ωστόσο, οι μεγαλύτερες και πιο διαρθρωτικές επιδράσεις δεν προέρχονται από την κατανάλωση ή τις λειτουργικές δαπάνες, αλλά από τη συσσώρευση ανθρώπινου κεφαλαίου, την έρευνα, την καινοτομία και τη διάχυση γνώσης με τις επιδράσεις να έχουν μακροχρόνιο χαρακτήρα.

ΕΜΠΕΙΡΙΚΗ ΜΕΤΡΗΣΗ ΟΦΕΛΩΝ ΤΗΣ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

– Μακροχρόνια αύξηση στο ΑΕΠ έως 10,8%-12,7% εάν η Ελλάδα προσεγγίσει σε ποιότητα τις χώρες με τα πιο ανεπτυγμένα συστήματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης

– Δυνητική σωρευτική αύξηση στο ΑΕΠ ανά απασχολούμενο από €6,2 χιλ. έως €7,3 χιλ.

Η μελέτη πραγματοποιεί μία άσκηση προκειμένου να εκτιμηθούν τα δυνητικά οφέλη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην ανάπτυξη της Ελλάδας. Συγκεκριμένα, επιδιώκεται να διαπιστωθεί η επίδραση στο ΑΕΠ ανά απασχολούμενο στη χώρα αν στο μακροχρόνιο διάστημα η Ελλάδα συγκλίνει – σε βασικές μεταβλητές – στα επίπεδα χωρών που έχουν πιο ανεπτυγμένο σύστημα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και επίπεδο επιστημονικής έρευνας. Οι εκτιμήσεις έδειξαν ότι τέτοια οφέλη υφίστανται. Μεταξύ των μεταβλητών, το υπόδειγμα περιλαμβάνει έναν δείκτη πολυπλοκότητας της έρευνας. Αυτός μπορεί να θεωρηθεί ως μία μεταβλητή-ομπρέλα που προσεγγίζει τις οικονομικές επιδράσεις από τη βελτίωση της ποιότητας της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, περιλαμβανομένων των διαχύσεων γνώσης, βελτιώσεων στην παραγωγικότητα από το R&D, αλλά και από την προσέλκυση ξένων και παλιννοστούντων φοιτητών και πανεπιστημιακών, για το οποίο η βελτίωση της ποιότητας των πανεπιστημίων αποτελεί προϋπόθεση. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι εάν καταφέρει η Ελλάδα να προσεγγίσει σε ποιότητα τις κορυφαίες χώρες της λίστας με πιο ανεπτυγμένα συστήματα διεξαγωγής επιστημονικής έρευνας και ανάπτυξης, αυτό θα συνεπαγόταν μία μακροχρόνια αύξηση στο ΑΕΠ έως 10,8%-12,7% μέσω των διαχύσεων γνώσης. Με βάση τα στοιχεία του ΑΕΠ και του αριθμού των απασχολουμένων στην Ελλάδα το έτος 2025, η αύξηση αυτή μεταφράζεται σε δυνητική σωρευτική αύξηση στο ΑΕΠ ανά απασχολούμενο από €6,2 χιλ. έως €7,3 χιλ. Η μισή από αυτή την άνοδο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του υποδείγματος, μπορεί να επιτευχθεί εντός 3 έως 5 ετών. Οφέλη υπάρχουν και για μικρότερα επίπεδα προόδου. Επιπλέον, μια αύξηση κατά 1% του λόγου του αριθμού των καθηγητών προς τους φοιτητές συνδέεται μακροχρόνια με μία μέση δυνητική αύξηση στο ΑΕΠ ανά απασχολούμενο που κυμαίνεται από 0,11% έως 0,38%.

ΠΡΟΣΕΛΚΥΣΗ ΞΕΝΩΝ ΦΟΙΤΗΤΩΝ

– Οι βέλτιστες διεθνείς πρακτικές καταδεικνύουν ότι η προσέλκυση ξένων φοιτητών απαιτεί βελτίωση των παραμέτρων ποιότητας μέσω ενός συνεκτικού πλαισίου πολιτικών

– Δεδομένης της δημογραφικής γήρανσης, η προσέλκυση ξένων φοιτητών και η μείωση της εκροής Ελλήνων στο εξωτερικό είναι μονόδρομος για να μην μικρύνουν τα ελληνικά Πανεπιστήμια

– Φιλόδοξος αλλά ρεαλιστικός στόχος: 100.000 ξένοι ή παλιννοστούντες φοιτητές στα ελληνικά πανεπιστήμια, από 25.000 σήμερα. Μόνο η άμεση συνεισφορά στο ΑΕΠ θα ήταν περίπου €1,0 δισ. ετησίως

Η μελέτη παρουσιάζει βέλτιστες διεθνείς πρακτικές από χώρες τα εκπαιδευτικά συστήματα των οποίων επέτυχαν αξιόλογη προσέλκυση ξένων φοιτητών. Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι η δημιουργία ενός συστήματος Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης που θα αποτελεί πόλο έλξης ξένων φοιτητών δεν είναι αποτέλεσμα ενός μόνο μέτρου, αλλά ενός συνεκτικού πλαισίου πολιτικών που συνδυάζει θεσμική σταθερότητα, ποιότητα, διεθνοποίηση, αγγλόφωνα προγράμματα σπουδών, οικονομικά κίνητρα και οργανωμένη πληροφόρηση προς τους φοιτητές. Ειδική αναφορά γίνεται στην Κύπρο και την Ολλανδία. Η Κύπρος ενδιαφέρει για άντληση διδαγμάτων λόγω της πολιτισμικής και γεωγραφικής γειτνίασης, καθώς και του γεγονότος ότι αποτελεί προορισμό για πολλούς Έλληνες φοιτητές. Ωστόσο, η Ολλανδία αποτελεί ίσως καταλληλότερο μοντέλο για μελέτη και μεταφορά στην ελληνική πραγματικότητα, καθότι αποτελεί μία χώρα παρόμοιου μεγέθους με την Ελλάδα κι επέτυχε μία τεράστια αύξηση των ξένων φοιτητών υψηλού επιπέδου με διασπορά ανά εθνικότητα σημαντικά μεγαλύτερη συγκριτικά με την Κύπρο, παρότι δεν είναι μία χώρα με επίσημη γλώσσα τα αγγλικά, τα οποία είναι η lingua franca της οικονομίας και της εκπαίδευση. Ορισμένα χαρακτηριστικά του ολλανδικού συστήματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που το καθιστούν ελκυστικό σε ξένους φοιτητές είναι η πληθώρα επιλογών (πέντε κατηγορίες εκπαιδευτικών ιδρυμάτων), τα προγράμματα σπουδών στην αγγλική γλώσσα και η διαπίστευση από ανεξάρτητο φορέα διασφάλισης ποιότητας. Επιπλέον, τα προγράμματα σπουδών έχουν ελκυστικά δίδακτρα για φοιτητές εντός ΕΕ/ΕΟΧ, υπάρχει δυνατότητα χορήγησης υποτροφιών, και διαδικτυακή πύλη παρέχει χρήσιμες πληροφορίες στον υποψήφιο φοιτητή για τη διαβίωσή του στη χώρα. Για την Ελλάδα, το βασικό δίδαγμα είναι ότι η ενίσχυση της διεθνούς ελκυστικότητας των πανεπιστημίων της προϋποθέτει, όχι απλώς την ίδρυση νέων δομών, αλλά κυρίως ένα σταθερό θεσμικό περιβάλλον, περισσότερα αγγλόφωνα προγράμματα σπουδών, στοχευμένες υποτροφίες, σαφή και διαφανή κριτήρια εισδοχής, βελτιωμένες φοιτητικές υπηρεσίες και μια συνολική στρατηγική που θα συνδέει την τριτοβάθμια εκπαίδευση με την οικονομία, την έρευνα και τη διεθνή εικόνα της χώρας.

Ένας φιλόδοξος αλλά ρεαλιστικός στόχος που θα μπορούσε να θέσει η Ελλάδα είναι να επιτύχει, εφαρμόζοντας τις κατάλληλες πολιτικές, παρόμοιους ρυθμούς αύξησης ξένων φοιτητών με την Ολλανδία. Σήμερα στην Ελλάδα φοιτούν περίπου 25.000 ξένοι φοιτητές. Επομένως, ο ποσοτικός στόχος θα είναι στο τέλος της περιόδου εφαρμογής, η Ελλάδα να έχει 100.000 ξένους ή παλιννοστούντες φοιτητές. Μόνο η άμεση συνεισφορά στο ΑΕΠ από την επίτευξη ενός τέτοιου στόχου θα ήταν περίπου €1,0 δισ. ανά έτος, ενώ, όπως έδειξε η οικονομετρική εκτίμηση της μελέτης, υπάρχουν και έμμεσα πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα, άρα το τελικό όφελος είναι μεγαλύτερο.

Προϋπόθεση για να συμβεί κάτι τέτοιο είναι η βελτίωση του επιπέδου των πανεπιστημίων, των πανεπιστημιακών υποδομών και των εν γένει παροχών προς τους ξένους φοιτητές στα επίπεδα της Ολλανδίας. Η αύξηση του αριθμού των ξένων φοιτητών και ακαδημαϊκών θα μπορούσε με τη σειρά της να συμβάλει στην περαιτέρω βελτίωση του ερευνητικού περιβάλλοντος και διεθνών συνεργασιών των πανεπιστημίων, δημιουργώντας έτσι έναν ενάρετο κύκλο και αυξάνοντας περαιτέρω την συνεισφορά στην ανάπτυξη.

Το μήνυμα των εμπειρικών εκτιμήσεων είναι ότι η σύγκλιση στις παραμέτρους ποιότητας με τα δεδομένα των πιο ανεπτυγμένων εκπαιδευτικά χωρών (με παράλληλη διατήρηση του κόστους σπουδών σε ανταγωνιστικά επίπεδα) θεωρείται αναγκαία συνθήκη ώστε να προσελκυστεί στην χώρα ικανός αριθμός ξένων φοιτητών και – παλιννοστούντων ή ξένων – ακαδημαϊκών και να υλοποιηθεί η θετική επίδραση στα εισοδήματα. Η απλή ύπαρξη θέσεων φοίτησης δεν επαρκεί, όπως έχει δείξει η μέχρι τώρα εμπειρία, καθώς η συνθήκη αυτή πληρούται ήδη αλλά η μέχρι σήμερα επιτυχία σε αυτόν τον σκοπό έχει υπάρξει μικρή: το 2024, το ποσοστό των ξένων φοιτητών επί του συνόλου των φοιτητών στα ελληνικά πανεπιστήμια ήταν το χαμηλότερο στην ΕΕ-27, μόλις 2,6%, έναντι μέσου όρου 9,1% στην ΕΕ-27 και 21,6% στην Κύπρο.

Κατά τούτο, εάν τα μη κρατικά ιδρύματα περιοριστούν σε ένα ρόλο απορρόφησης των φοιτητών που δεν κατάφεραν να εισέλθουν στη σχολή της προτίμησής τους στις πανελλαδικές εξετάσεις, το όφελος στην ανάπτυξη θα είναι μικρό. Επιπλέον, δεδομένης της δημογραφικής γήρανσης, εφόσον τα ελληνικά Πανεπιστήμια επιθυμούν να διατηρήσουν τους σημερινούς αριθμούς φοιτητών αλλά με έναν τρόπο ο οποίος είναι συμβατός με κριτήρια ποιότητας, η προσέλκυση ξένων φοιτητών και η μείωση της διαρροής Ελλήνων φοιτητών στο εξωτερικό είναι μονόδρομος. Οι διεθνείς γεωπολιτικές εξελίξεις, καθώς και οι ανακατατάξεις στα εκπαιδευτικά συστήματα άλλων χωρών, παρέχουν μία ευκαιρία προσέλκυσης ταλέντου, ακαδημαϊκών και φοιτητών.

Τα οφέλη περιλαμβάνουν, πέραν της εγχώριας ζήτησης και της διάχυσης τεχνολογίας, την πιθανή παραμονή κάποιων εξ αυτών των καταρτισμένων ανθρώπων στη χώρα και μετά τη λήξη των σπουδών τους, ένα άυλο κεφάλαιο διεθνούς επιρροής από την δημιουργία ενός πανεπιστημιακού οικοσυστήματος με διεθνή φήμη και αποφοίτων του σε θέσεις ευθύνης, καθώς και την διευκόλυνση εισόδου της ελληνικής οικονομίας σε ένα μονοπάτι εξειδικεύσεων υψηλότερης προστιθέμενης αξίας και πιο διατηρήσιμης μακροχρόνια ανάπτυξης. Όχι λιγότερο σημαντικό, ο ανταγωνισμός με τα δημόσια ιδρύματα θα μπορούσε να ανεβάσει το επίπεδο σπουδών και σε αυτά. Αν και κάποια περιφερειακά ΑΕΙ που και προηγουμένως δεν κάλυπταν όλες τις προσφερόμενες θέσεις θα αναγκαστούν να προβούν σε σημαντικές αναδιαρθρώσεις, εν συνόλω όμως η αποτελεσματικότητα του ελληνικού συστήματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης θα αυξηθεί, τόσο σε όρους αποτελεσματικότητας κόστους, όσο και ως προς την παραγωγή και διάχυση γνώσης.

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Η μελέτη καταλήγει παρουσιάζοντας κάποιες ενδεικτικές προτάσεις πολιτικής, είτε σε επίπεδο κεντρικής διοίκησης είτε σε επίπεδο εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, για την αντιμετώπιση των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η ανώτατη εκπαίδευση αλλά και για τη μεγιστοποίηση της συνεισφοράς των πανεπιστημίων στην οικονομική ανάπτυξη:

– Με δεδομένα ότι (α) η Ελλάδα έχει ήδη το υψηλότερο ποσοστό υποψηφίων που εισέρχονται στα πανεπιστήμια μεταξύ των χωρών της ΕΕ-27 και τις επιπτώσεις που αυτός ο πληθωρισμός έχει στην ποιότητα της παρεχόμενης γνώσης και (β) την επερχόμενη δημογραφική γήρανση που θα μειώσει περαιτέρω τον αριθμό των υποψηφίων, επιβάλλεται εξορθολογισμός του συστήματος (κρατικών και μη κρατικών) σε όρους γενικού αριθμού εισακτέων, ώστε να προσεγγίσει τα ποσοστά της ΕΕ-27, καθώς και των διαδικασιών αξιολόγησης.

– Εξορθολογισμός του αριθμού εισακτέων σε τομείς για τους οποίους δεν υπάρχει επαρκής ζήτηση, ώστε να αντιμετωπιστούν φαινόμενα υποαπασχόλησης, ετεροαπασχόλησης και ιδρυμάτων που δεν προσελκύουν υποψηφίους. Εάν κάποιοι λιγότερο επιθυμητοί από Έλληνες υποψήφιους τομείς σχετίζονται με συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας (π.χ. πρωτογενής τομέας, ναυτιλία, τουρισμός, κλασσικές σπουδές), προϋπόθεση διατήρησης των σημερινών αριθμών αποτελεί η βελτίωση του επιπέδου των παρεχόμενων σπουδών και η μεγαλύτερη προσφορά προγραμμάτων στην αγγλική γλώσσα ώστε να προσελκύσουν ξένους φοιτητές. Παράλληλα, απαιτείται η ενίσχυση των αριθμών σε τομείς που συνάδουν με τις ανάγκες του νέου προτύπου της οικονομίας αλλά και την έλευση της Τεχνητής Νοημοσύνης (π.χ. χρήση και βαθμονόμηση τεχνητής νοημοσύνης, διαχείριση μεγάλων δεδομένων, cloud computing, κυβερνοασφάλεια, προηγμένη μεταποίηση, συστήματα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και κυκλικής οικονομίας), καθώς και απόκτηση soft skills.

– Μετατόπιση μέρους της ζήτησης για σπουδές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης προς την τεχνική-επαγγελματική εκπαίδευση. Επανασχεδιασμός του μαθήματος του σχολικού-επαγγελματικού προσανατολισμού ώστε οι μαθητές να λαμβάνουν επικαιροποιημένη – σε ετήσια βάση – πληροφόρηση για τις τάσεις που διαμορφώνονται στο σύνολο της αγοράς εργασίας μέσω των διαθέσιμων θεσμών (Μηχανισμός Διάγνωσης Αναγκών στην Αγορά Εργασίας, CEDEFOP).

– Εξορθολογισμός του τομέα των μεταπτυχιακών σπουδών για την καλύτερη αντιστοίχιση με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας αλλά και την ενίσχυση της – βασικής κι εφαρμοσμένης – έρευνας.

– Προώθηση χρηματοδότησης – τόσο από τον ιδιωτικό όσο και από το δημόσιο τομέα – της έρευνας και ανάπτυξης (R&D) και συντονισμένη προσπάθεια περαιτέρω ενίσχυσης των συνεργασιών μεταξύ ιδρυμάτων και επιχειρήσεων, τόσο εντός όσο και εκτός Ελλάδας.

– Να τεθεί ο στόχος ο αριθμός των ξένων φοιτητών να φθάσει τους 100.000. Πολιτικές που θα μπορούσαν να συνεισφέρουν στην επίτευξη αυτού του στόχου περιλαμβάνουν: χρηματοδοτήσεις επί τη βάσει ανόδου της θέσης των πανεπιστημίων στις διεθνείς αξιολογήσεις μεταξύ των κορυφαίων 500 παγκοσμίως, ενθάρρυνση συνεργασιών με αναγνωρισμένα διεθνή ιδρύματα, δημιουργία περισσότερων προγραμμάτων στα αγγλικά για την άρση των γλωσσικών εμποδίων, κτήση διεθνώς αναγνωρισμένων πιστοποιήσεων, διεθνής εκστρατεία επικοινωνίας με αναβάθμιση της πρωτοβουλίας “Study in Greece” που να επισημαίνει τα πλεονεκτήματα των σπουδών στην Ελλάδα (ασφάλεια, πολιτισμός, ποιότητα ζωής, ευκαιρίες σταδιοδρομίας, προσιτή τιμή), τόσο με παραδοσιακά μέσα όσο και ψηφιακές πλατφόρμες και influencers, διευκόλυνση Εισόδου και Παραμονής φοιτητών και ακαδημαϊκού προσωπικού (ιδίως για επιλεγμένα κοινά με χαρακτηριστικά ενσωματωσιμότητας, π.χ. ομογενείς, φοιτητές από τα Βαλκάνια και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη), υπηρεσίες βελτίωσης της φοιτητικής εμπειρίας.

Ακολουθήστε το Lykavitos.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις


Διαβάστε ακόμη

Πειραιώς: Έρχονται πιέσεις στα αγροτικά προϊόντα – Το El Niño απειλεί τις τιμές

Ανοδικές πιέσεις στις τιμές των αγροτικών προϊόντων και αυξημένη μεταβλητότητα αναμένει για το επόμενο διάστημα η Πειραιώς, καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι καιρικές συνθήκες και...

Φόρτωση άρθρων...