Η παγκοσμίως αναγνωρισμένη πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδας αποτελεί πλουσιότατο αναπτυξιακό κεφάλαιο που μπορεί να συμβάλει σημαντικά στους στόχους μιας στρατηγικής για ισχυρή ανάπτυξη με περισσότερες επενδύσεις και νέες καλύτερες θέσεις εργασίας. Αυτό το τεράστιο κεφάλαιο παραμένει εν πολλοίς "αναξιοποίητο". 

Γράφει ο Κώστας Χριστίδης*

Ο Ομότιμος καθηγητής οικονομικών Γεώργιος Μέργος στο άκρως ενδιαφέρον βιβλίο του «Η Οικονομία της Πολιτιστικής Κληρονομιάς – Αξιοποιώντας το παρελθόν για ένα βιώσιμο μέλλον» (εκδ. Ευρασία, 2026), παρέχει πλήρη θεωρητική οικονομική ανάλυση και εκτεταμένες αναφορές στην παγκόσμια εμπειρία και τις βέλτιστες πρακτικές διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς, ώστε η διαχείριση αυτή πρωτίστως να διασφαλίζει την αρτιότερη διατήρηση του πολιτιστικού κεφαλαίου αλλά, ταυτόχρονα, και την ένταξή του στη σύγχρονη οικονομική και κοινωνική ζωή με ευεργετικές επιπτώσεις τόσο για την παρούσα όσο και τις μέλλουσες γενεές.

Στην Ελλάδα, τόσο μεταξύ των ειδικών όσο και στο ευρύ κοινό, διατυπώνονται σοβαρές επιφυλάξεις για οποιαδήποτε οικονομική προσέγγιση και φόβοι για απώλεια αυθεντικότητας και εμπορευματοποίηση, καθώς και ενστάσεις για τις οικονομικές μεθοδολογίες εκτίμησης. Ωστόσο, στο βιβλίο αναλύεται ότι αυτή η επιφυλακτικότητα έναντι της οικονομικής θεώρησης μάλλον δεν συνάδει με τη βαθιά αλλαγή παραδείγματος που έχει υποστεί παγκοσμίως η έννοια της πολιτιστικής κληρονομιάς τα τελευταία πενήντα χρόνια. Η πολιτιστική κληρονομιά, σύμφωνα με τη διεθνή πρακτική, δεν θεωρείται πλέον στενά ένα σύνολο από αντικείμενα, με μόνο σκοπό τη συντήρησή τους για ιστορικούς, ηθικούς και αρχαιολογικούς λόγους, αλλά ευρύτερα ένα αναπόσπαστο λειτουργικό τμήμα της κοινωνίας και της οικονομίας ενός τόπου, που συμπεριλαμβάνει πολιτιστικά πρότυπα, οικονομική ευημερία, κοινωνική συνοχή, και πολιτισμική διαφορετικότητα.

Το βιβλίο καινοτομεί, επίσης, αναλύοντας το δίπολο «προστασία-αξιοποίηση». Στη χώρα μας η προστασία θεωρείται υπέρτερη της αξιοποίησης. Ωστόσο, η διεθνής πρακτική, που παρουσιάζεται στο βιβλίο, υποδεικνύει ότι η αξιοποίηση συνιστά, ίσως, τον καλύτερο τρόπο προστασίας της ίδιας της κληρονομιάς και εργαλείο μεγιστοποίησης της ωφέλειας για την κοινωνία στο παρόν και στο μέλλον. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι αυτή η αρμονική εξισορρόπηση προστασίας και αξιοποίησης του διαθέσιμου πολιτιστικού κεφαλαίου όχι μόνο συμβάλλει στη διάσωση του πολιτιστικού κεφαλαίου, αλλά  μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για ένα νέο, βιώσιμο αναπτυξιακό υπόδειγμα στην Ελλάδα. Αυτή η εξισορρόπηση  «προστασίας-αξιοποίησης» συνάδει με τη διεθνή πρακτική, όπου τα τελευταία πενήντα χρόνια παρατηρείται μια μετάβαση της έννοιας της κληρονομιάς από τα μνημεία προς τους ανθρώπους και από τα αντικείμενα προς τις λειτουργίες . Αποτέλεσμα των ανωτέρω είναι, σύμφωνα με τον συγγραφέα, η εκθετική αύξηση του ενδιαφέροντος για τα οικονομικά της πολιτιστικής κληρονομιάς, με έμφαση στην οικονομική αξία και τον αναπτυξιακό της ρόλο.

Το βιβλίο διαρθρώνεται σε τρία μέρη και δέκα κεφάλαια, Το πρώτο μέρος παρουσιάζει τη βασική θεωρία των οικονομικών της πολιτιστικής κληρονομιάς. Σε τρία διαδοχικά κεφάλαια αναπτύσσονται :Πρώτον, η εξέλιξη του σχετικού επιστημονικού πεδίου, η διαμόρφωση της προσφοράς και της ζήτησης υπηρεσιών πολιτιστικής κληρονομιάς, η διαχείριση και η χρηματοδότηση σχετικών έργων, και η μεθοδολογία αξιολόγησης μέτρων δημόσιας πολιτικής για τον τομέα της πολιτιστικής κληρονομιάς. Δεύτερον, η έννοια του πολιτιστικού κεφαλαίου με έμφαση στην ανθρωποκεντρική προσέγγιση υπολογισμού της αξίας του. Τρίτον, ο αναπτυξιακός ρόλος της πολιτιστικής κληρονομιάς ως βασικού παράγοντα βιώσιμης ανάπτυξης με αποφασιστική συμβολή στην οικονομική μεγέθυνση, την κοινωνική συνοχή και την περιβαλλοντική βιωσιμότητα.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου καταγράφονται σύγχρονες προκλήσεις που αφορούν : Πρώτον, στην ανάγκη εξισορρόπησης αφ’ ενός της προστασίας και αφ’ ετέρου της αξιοποίησης της πολιτιστικής κληρονομιάς έτσι ώστε η τελευταία να τοποθετείται στο επίκεντρο της οικονομικής και κοινωνικής ζωής και να εξασφαλίζεται η αυθεντικότητά της. Δεύτερον, στη σχέση της πολιτιστικής κληρονομιάς και της νέας οικονομίας, στην οποία ο πολιτισμός και οι δημιουργικές ή πολιτισμικές δραστηριότητες έχουν κεντρική θέση ενώ οι ταχύτατες τεχνολογικές εξελίξεις δίνουν τη δυνατότητα στο σύνολο σχεδόν των πολιτών να συμμετέχει και να απολαμβάνει υπηρεσίες και πολιτιστική, καλλιτεχνική ή απλά ψυχαγωγική αξία, κάτι που παλαιότερα ελάχιστοι μπορούσαν να κάνουν. Τρίτον, επιδιώκεται η εξοικείωση του αναγνώστη με οικονομικές έννοιες, προσεγγίσεις και μεθόδους εκτίμησης της αξίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, η οποία, πέραν της εγγενούς πολιτιστικής και ιστορικής αξίας της, συμβάλλει στην τοπική και περιφερειακή ανάπτυξη, την προώθηση του τουρισμού και τη δημιουργία εισοδήματος και απασχόλησης.

Στο τρίτο και τελευταίο μέρος του βιβλίου τονίζεται ότι το εξαιρετικά πλούσιο πολιτιστικό κεφάλαιο της Ελλάδας μπορεί να αποτελέσει ισχυρό πυλώνα ανάπτυξης, αλλάζοντας το brand της χώρας, και ταυτόχρονα να λειτουργήσει ως μοχλός και καταλύτης για τη δημιουργία απασχόλησης και κοινωνικής ευημερίας. Παρουσιάζονται σύγχρονοι μέθοδοι αξιολόγησης, χρηματοδότησης και υλοποίησης έργων πολιτιστικής κληρονομιάς καθώς και το γενικό πλαίσιο δημόσιας πολιτικής, που περιλαμβάνει νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις, οικονομικά μέτρα και θεσμικές παρεμβάσεις. Τονίζεται η ανάγκη τεκμηρίωσης των μέτρων πολιτικής και αξιολόγησης των επιπτώσεων έργων πολιτιστικής κληρονομιάς στην οικονομία και την κοινωνία με στατιστικά και άλλα δεδομένα, περιλαμβανομένης και της σχετικής εργαλειοθήκης της UNESCO.Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου αναλύεται ο ρόλος του πολιτισμού στην αναπτυξιακή στρατηγική που έχει ανάγκη η Ελλάδα για την εδραίωση της ελληνικής οικονομίας σε τροχιά ανάπτυξης και ευημερίας. Ως κατακλείδα της ανάλυσης και της επισκόπησης της διεθνούς πρακτικής, προκύπτει το συμπέρασμα ότι η στρατηγική για την πολιτιστική κληρονομιά, σε τοπικό, περιφερειακό ή εθνικό επίπεδο, πρέπει να στοχεύει στην εξισορρόπηση προστασίας και αξιοποίησης, επιδιώκοντας τη διατήρηση του πολιτιστικού κεφαλαίου, αλλά παράλληλα και την ένταξή του στη σύγχρονη οικονομία και κοινωνία. Προς τον σκοπό αυτό ο συγγραφέας παρέχει ένα συνοπτικό πλαίσιο στρατηγικής με προσδιορισμό ενός γενικού οράματος, τεσσάρων επιμέρους στρατηγικών στόχων και συναφών αξόνων δράσης για την επίτευξη κάθε στόχου.

Από την παραπάνω παρουσίαση προκύπτει σαφέστατα η μεγάλη σημασία του βιβλίου του Γεωργίου Μέργου και η συμβολή του στον προβληματισμό για την κατάλληλη διαχείριση και αξιοποίηση της ασύγκριτης ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Γι’ αυτό το λόγο αξίζει - για να μην πω, πρέπει -  να διαβασθεί από κάθε απασχολούμενο με πολιτιστικά θέματα, όπως αρχαιολόγους, ιστορικούς, αρχιτέκτονες, συντηρητές κ.α., αλλά και από κάθε άλλο, σκεπτόμενο Έλληνα.

* Ο Κώστας Χριστίδης είναι νομικός - οικονομολόγος