Σε αναπροσαρμογή της οικονομικής του στρατηγικής προχωρά το οικονομικό επιτελείο, καθώς οι προβλέψεις για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας το 2026 αναθεωρούνται προς τα κάτω, από 2,4% σε 2% του ΑΕΠ, σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων ανησυχιών για στασιμοπληθωρισμό στην Ευρώπη.

Η αλλαγή αυτή έρχεται σε μια περίοδο έντονης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, δύο μήνες μετά το ξέσπασμα της κρίσης στη Μέση Ανατολή, με την κυβέρνηση να μετατοπίζει το βάρος της πολιτικής της από τα έκτακτα μέτρα στήριξης σε μια πιο μακροπρόθεσμη στρατηγική που εστιάζει στην ενίσχυση των επενδύσεων και στη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής.

Κεντρικός άξονας αυτής της στρατηγικής είναι η ενίσχυση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ), το οποίο σχεδιάζεται να αυξηθεί σημαντικά τα επόμενα χρόνια, με τη στήριξη πρόσθετων ευρωπαϊκών πόρων. Η επενδυτική ώθηση αναμένεται να φτάσει τα 650 εκατ. ευρώ το 2027, ενώ από το 2028 και μετά προβλέπεται ετήσια αύξηση της τάξης του 1 δισ. ευρώ, δημιουργώντας έναν μόνιμο μηχανισμό στήριξης της οικονομίας.

Το συνολικό σχέδιο θα αποτυπωθεί στην επικαιροποιημένη Έκθεση Προόδου του Μεσοπρόθεσμου Δημοσιονομικού και Διαρθρωτικού Σχεδίου, η οποία θα κατατεθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 30 Απριλίου και θα περιλαμβάνει τα απολογιστικά στοιχεία του 2025, τις νέες προβλέψεις για το 2026 και τις αναθεωρημένες εκτιμήσεις για τα επόμενα έτη.

Η αναθεώρηση των στόχων αντανακλά τις πιέσεις που ασκούν οι διεθνείς ενεργειακές εξελίξεις, με τον πληθωρισμό για το 2026 να αναμένεται πλέον στο 3,2% από 2,2%, ενώ για το 2027 εκτιμάται στο 2,4%. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η άνοδος των τιμών του πετρελαίου, με το βασικό σενάριο για το Brent να τοποθετείται στα 89 δολάρια ανά βαρέλι, έναντι σημαντικά χαμηλότερων προβλέψεων πριν από λίγους μήνες, σε ένα περιβάλλον που παραμένει ιδιαίτερα ασταθές.

Το νέο αυτό τοπίο δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, αλλά συνολικά την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο επίτροπος Οικονομίας, Βάλντις Ντομπρόβσκις, προειδοποίησε για αυξημένο κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού, επισημαίνοντας ότι ο συνδυασμός χαμηλότερης ανάπτυξης και υψηλότερου πληθωρισμού εντείνεται λόγω των ενεργειακών αναταράξεων. Παράλληλα, ανέδειξε την ανάγκη για ενίσχυση της ανθεκτικότητας μέσω μεταρρυθμίσεων, φέρνοντας την Ελλάδα ως παράδειγμα προσαρμογής.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ελληνική στρατηγική επιχειρεί να διασφαλίσει ότι η ανάπτυξη θα παραμείνει κοντά στο 2% και τα επόμενα χρόνια, παρά τη σταδιακή εξασθένηση της ώθησης από το Ταμείο Ανάκαμψης. Το ζητούμενο είναι να αποφευχθεί ένα επενδυτικό κενό μετά το 2026 και να διαμορφωθεί ένα πιο σταθερό αναπτυξιακό υπόδειγμα, με βασικό μοχλό τις δημόσιες και συγχρηματοδοτούμενες επενδύσεις.

Στο πλαίσιο αυτό, το συγχρηματοδοτούμενο σκέλος του ΠΔΕ αναμένεται να αυξηθεί στα 7 δισ. ευρώ το 2027, από 6,35 δισ. ευρώ σήμερα, ενώ θα συνεχίσει να ενισχύεται τα επόμενα χρόνια, φτάνοντας τα 8 δισ. ευρώ το 2028, τα 9 δισ. ευρώ το 2029 και ξεπερνώντας τα 10 δισ. ευρώ το 2030.

Η ενίσχυση αυτή θα υποστηριχθεί και από νέα ευρωπαϊκά εργαλεία, όπως το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο και το Ταμείο Εκσυγχρονισμού, τα οποία αναμένεται να διοχετεύσουν περίπου 6,9 δισ. ευρώ σε νοικοκυριά, επιχειρήσεις και υποδομές, ενισχύοντας την οικονομική δραστηριότητα και τη συνοχή.

Παράλληλα, οι προοπτικές ενδέχεται να βελτιωθούν περαιτέρω, καθώς οι τρέχουσες προβλέψεις δεν ενσωματώνουν ακόμη τους πόρους του νέου ΕΣΠΑ για την περίοδο 2028-2034. Οι αρχικές εκτιμήσεις κάνουν λόγο για περίπου 49,5 δισ. ευρώ, τα οποία αναμένεται να εισρεύσουν σταδιακά από το 2028 και μετά, δημιουργώντας πρόσθετη επενδυτική δυναμική και ενισχύοντας την ανάπτυξη πέραν των σημερινών προβλέψεων.

Συνολικά, η νέα προσέγγιση της οικονομικής πολιτικής σηματοδοτεί μια σαφή στροφή: από τη διαχείριση των κρίσεων σε ένα πιο δομικό μοντέλο ανάπτυξης, όπου οι επενδύσεις αναδεικνύονται σε κεντρικό πυλώνα της οικονομικής σταθερότητας και της μελλοντικής μεγέθυνσης.