Νέες διαστάσεις αποκτά η μάχη κατά της φοροδιαφυγής, καθώς οι πρακτικές απόκρυψης εισοδημάτων εξελίσσονται παράλληλα με την ενίσχυση των ψηφιακών ελεγκτικών μηχανισμών. Η μη έκδοση αποδείξεων δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική μέθοδο παραβίασης της φορολογικής νομοθεσίας. Σε αρκετές περιπτώσεις, η παραβατικότητα μεταφέρεται στο ίδιο το ηλεκτρονικό σύστημα καταγραφής των πωλήσεων, καθιστώντας δυσκολότερο τον εντοπισμό της πραγματικής έκτασης των συναλλαγών.
Τρεις είναι οι βασικές πρακτικές που βρίσκονται στο επίκεντρο των ελεγκτικών ερευνών: η χρήση πλαστών φορολογικών μηχανισμών, η καταχρηστική αξιοποίηση νόμιμων ταμειακών συστημάτων και η εγκατάσταση παράνομων εφαρμογών που αλλοιώνουν τα δεδομένα των πωλήσεων. Κοινός παρονομαστής είναι η εμφάνιση μικρότερου κύκλου εργασιών από τον πραγματικό, με συνέπεια να περιορίζονται τα ποσά που δηλώνονται και αποδίδονται στο Δημόσιο, τόσο από τον ΦΠΑ όσο και από τη φορολογία εισοδήματος.
Η υπόθεση της Pizza Fan, στην οποία διερευνάται πιθανή φοροδιαφυγή ύψους 25 εκατομμυρίων ευρώ από το 2022, επαναφέρει στο προσκήνιο τη σύνθετη διάσταση του προβλήματος. Στο πλαίσιο της έρευνας εξετάζεται η φερόμενη χρήση λογισμικού που αλλοίωνε τις καταγραφές των συναλλαγών, αποκρύπτοντας μέρος του πραγματικού τζίρου. Τα σχετικά ποσά αποτελούν αντικείμενο διερεύνησης και δεν συνιστούν από μόνα τους τελεσίδικη διαπίστωση ευθύνης.
Οι τρεις μέθοδοι απόκρυψης εσόδων
1. «Μαϊμού» ταμειακές και πλαστές αποδείξεις
Η πρώτη μέθοδος βασίζεται στην παραγωγή παραστατικών που μοιάζουν με κανονικές αποδείξεις, χωρίς όμως να έχουν εκδοθεί από πιστοποιημένο φορολογικό μηχανισμό.
Με τη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών και ειδικών εφαρμογών, μπορεί να εκτυπώνεται ένα παραστατικό που δημιουργεί στον καταναλωτή την εντύπωση μιας νόμιμης συναλλαγής. Στην πραγματικότητα, η πώληση ενδέχεται να μην έχει καταγραφεί στα προβλεπόμενα φορολογικά συστήματα και να μην έχει διαβιβαστεί στα αρμόδια πληροφοριακά συστήματα.
Το αποτέλεσμα είναι τα έσοδα να μένουν εκτός των φορολογικών δηλώσεων, ενώ ο πελάτης δεν έχει απαραίτητα τη δυνατότητα να αντιληφθεί ότι το χαρτί που έλαβε δεν αποτελεί έγκυρη απόδειξη.
Η συγκεκριμένη πρακτική πλήττει τα δημόσια έσοδα σε δύο επίπεδα: αφενός, δεν αποδίδεται ο ΦΠΑ που αντιστοιχεί στη συναλλαγή και, αφετέρου, περιορίζεται τεχνητά το δηλωμένο εισόδημα της επιχείρησης. Παράλληλα, δημιουργούνται συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού εις βάρος των επιχειρήσεων που τηρούν κανονικά τις φορολογικές τους υποχρεώσεις.
2. Ακυρώσεις και εκπτώσεις που αλλοιώνουν την εικόνα των πωλήσεων
Η δεύτερη πρακτική εμφανίζεται πιο δύσκολη στον άμεσο εντοπισμό της, καθώς μπορεί να αξιοποιεί νόμιμους φορολογικούς μηχανισμούς με τρόπο που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική εμπορική δραστηριότητα.
Στις περιπτώσεις αυτές, μπορεί να εκδίδονται δελτία παραγγελίας χωρίς να ακολουθεί απόδειξη αντίστοιχης αξίας ή να καταγράφονται ακυρώσεις και εκπτώσεις που δεν δικαιολογούνται από τις πραγματικές συναλλαγές.
Ιδιαίτερη προσοχή προκαλούν οι μαζικές ακυρώσεις παραστατικών στο τέλος της ημέρας, καθώς και οι ασυνήθιστα υψηλές εκπτώσεις που μειώνουν σημαντικά τον εμφανιζόμενο τζίρο. Οι ενδείξεις αυτές δεν αποδεικνύουν αυτομάτως φοροδιαφυγή, μπορούν όμως να αποτελέσουν αφετηρία για στοχευμένους ελέγχους.
Οι ελεγκτές εξετάζουν τη συχνότητα, την αξία και τον χρόνο έκδοσης των παραστατικών, αναζητώντας μοτίβα που αποκλίνουν από τη συνήθη εμπορική λειτουργία μιας επιχείρησης. Η διασταύρωση των στοιχείων μπορεί να αποκαλύψει συναλλαγές που ακυρώθηκαν χωρίς επαρκή αιτιολόγηση ή έσοδα που δεν αποτυπώθηκαν με τον προβλεπόμενο τρόπο.
3. Παράνομα λογισμικά που αλλοιώνουν τον τζίρο
Η τρίτη μέθοδος αποτελεί μία από τις πιο σύνθετες μορφές φοροδιαφυγής, καθώς η παρέμβαση μπορεί να γίνεται στο ψηφιακό περιβάλλον μιας επιχείρησης ακόμη και μετά την έκδοση της απόδειξης.
Ειδικά λογισμικά φέρονται να έχουν τη δυνατότητα να μεταβάλλουν τα δεδομένα των συναλλαγών, επηρεάζοντας τις ποσότητες, τις αξίες ή τα είδη των προϊόντων που καταγράφονται. Με αυτόν τον τρόπο, η εκτυπωμένη απόδειξη μπορεί να μην αποκαλύπτει από μόνη της την πραγματική έκταση της αλλοίωσης.
Η δυσκολία για τις ελεγκτικές αρχές είναι ότι δεν αρκεί πάντοτε ένας επιτόπιος έλεγχος ή η απλή εξέταση του παραστατικού που έχει στα χέρια του ο καταναλωτής. Απαιτείται λεπτομερής ανάλυση των ψηφιακών αρχείων και των καταγραφών του φορολογικού μηχανισμού, προκειμένου να ανασυντεθεί η πραγματική εικόνα των συναλλαγών.
Η συγκεκριμένη πρακτική αναδεικνύει το νέο πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ των φορολογικών αρχών και όσων επιχειρούν να αποκρύψουν εισοδήματα: τα πληροφοριακά συστήματα, τα ηλεκτρονικά ίχνη και τη διαχείριση των δεδομένων.