Από τα προβλήματα του πολυδιαφημισμένου “επιτελικού κράτος” είναι και αυτό που ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα έλυνε από την επομένη του 1919 κιόλας: ο μεγάλος αριθμός υπουργών και υφυπουργών.

Έκανε ακριβώς το αντίθετο, όπως και σε άλλα πεδία. Ζωή νάχουν, εκτός από τον ίδιο, άλλοι εξήντα – αριθμός: 60- έχουν δικαίωμα να κάθονται στο οβάλ τραπέζι του Υπουργικού Συμβουλίου και στις γύρω καρέκλες.

Γράφει ο Γιώργος Λακόπουλος

Μαζί με τους γενικούς και ειδικούς Γραμματείς και τον αριθμό ρεκόρ μετακλητών υπάλληλων- ήτοι: “γαλάζιων παιδιών”- που επίσης θα περιόριζε, αν μαζευτούν όλοι μαζί χρειάζονται μια μικρή κωμόπολη για να στεγαστούν.

Με όλα τα κακά – ανάμεσα στα οποία η αδιαφάνεια, το κόστος και οι σκανδαλώδεις αποφάσεις-που συνοδεύουν  αυτή την πολυκοσμία κυβερνώντων.

Από την “Καθημερινή” ο, έγκυρος, Στ. Παπαντωνίου μας ενημέρωσε ότι ο  Πρωθυπουργός δέχεται εισηγήσεις να ιδρύσει ένα νέο, ξεχωριστό υπουργείο Τεχνητής Νοημοσύνης -ΑΙ – προκειμένου να “συμβολίσει σε πολιτικό επίπεδο πως η κυβέρνηση έχει το βλέμμα της στο 2030”.

Ως τομέας κυβερνητικής δράσης υπάρχει, υπάγεται στο υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης – πρώην Πιερρακάκη και νυν Παπαστέργιου.  Ένας Θεός ξέρει επιδιώκουν να υπουργοποιήσουν οι εισηγητές.

Βεβαίως τα πράγματα αλλάζουν και λογικό είναι να αλλάζουν και οι κυβερνητικές δομές. Απλώς η αλλαγή θα έπρεπε να οδηγεί σε μικρότερου αριθμούς κυβερνητικών αξιωματούχων και σε  αλλαγές  που  είναι πραγματικά  χρήσιμες.

Αλλά αν ο Πρωθυπουργός προκειται να δημιουργήσει ένα νέο χαρτοφυλάκιο, ας θεσπίσει αυτό που χρειάζεται πραγματικά αυτή τη στιγμή η χώρα-που χάνει έδαφος στο πεδίο των εξαγωγών: το υπουργείο Εξωστρέφειας.

Έτσι θα καλύψει μια εμφανή ανάγκη της ελληνικής οικονομίας. Της οποίας η κάλυψη έχει στριμωχτεί στο υπουργείο Εξωτερικών και στην πράξη εξυπηρετείται μόνο από τον ιδιωτικό τομέα: κάποια Επιμελητήρια, αλλά κυρίως -και επαρκώς- από τον ΣΕΒ. Σε κυβερνητικό επίπεδο υπάρχει υστέρηση- με εμφανείς συνέπειες στις εξαγωγές.

Η υποχρέωση για χαρτοφυλάκιο Εξωστρέφειας, όσο έντονη είναι, τόσο εύκολα και αποτελεσματικά μπορεί να εκπληρωθεί, δεδομένου ο Πρωθυπουργός θα βρει αμέσως την κατάλληλη υπουργό: είναι η Γιάννα Αγγελόπουλου.

Έφερε σε πέρας την αποστολή που της ανέθεσε  η κυβέρνηση Μητσοτάκη και επικύρωσε σύσσωμη η Βουλή για την επέτειο των 200 ετών από την ελληνική Επανάσταση του 1821 – παρά τις δυσχέρειες της πανδημίας.

Έχει πάντα την καθολική αναγνώριση του θριάμβου των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 και συνεπώς θα εξασφαλίσει και τη συγκατάθεση των μεγαλύτερων κομμάτων της αντιπολίτευσης- που θα είναι κατάκτηση για το σπαρασσόμενο πολιτικό σύστημα.

Η Γιάννα Αγγελόπουλου είναι η πιο γνώστη Ελληνίδα  τα τελευταία χρόνια στο διεθνή χώρο. Έχει κουλτούρα και άνεση υπεροριακής δραστηριότητας- ως εκπρόσωπος της χώρας – και αν της ζητηθεί να αναλάβει μια ακόμη εθνική αποστολή, θα τη δεχθεί. Όπως έκανε στο παρελθόν η  ίδια και η  οικογένειά της.

Ουδείς θα διαφωνήσει ότι η δράση της ως υπουργού Εξωστρέφειας της ελληνικής Δημοκρατίας θα είναι ίσου επιτυχής. Με δεδομένη την εμπειρία σε διοργανώσεις μεγάλη κλίμακας, την παγκόσμια αναγνώριση – και το αποτελεσματικό  μάρκετινγκ που ανέδειξε ως τώρα τις ικανότητες, όχι μόνο στις δράσεις του 2004 και του 2021, αλλά και στον επιχειρηματικό τομέα.

Σε ποιο σημείο του πλανήτη δεν θα μπορούσε να αναδείξει τα ελληνικά προϊόντα- με την υλική αξία και την άυλη σπουδαιότητά τους- ανοίγοντας δρόμους στην ελληνική επιχειρηματικότητα και τις εξαγωγές που χρειάζεται η ελληνική οικονομία;

Έτσι κι αλλιώς η Αγγελόπουλου είναι κεφάλαιο που δεν αξιοποίησε η χώρα  μετά το 2004. Ίσως γιατί πολλοί στο πολιτικό σύστημα την έβλεπαν σαν αντίπαλο που μπορεί να διαμορφώσει όρους παραγκωνισμού τους. Είναι γνωστό οι επιτυχία της δεν έγινε ασμένως δεκτή από συγκεκριμένα πολιτικά και οικονομικά κέντρα και προσπάθησαν να την περιορίσουν.

Ανεπιτυχώς όπως προέκυψε από την θερμή υποδοχή που είχε με την παρουσίαση του βιβλίου «Η μπαλάντα των Ολυμπιακών Αγώνων- από τις «Εκδόσεις Λιβάνη» , το περασμένο θέρος.

Μετά από 21 χρόνια οι ενοχλήσεις κάποιων κύκλων από τους συμβολισμούς του 2004 έχουν περιθωριοποιηθεί και η πίστωση του ελληνικού επιτεύγματος  στην ίδια, είναι αδιαμφισβήτητη, όπως ανέδειξε ο Βαγγέλης Βενιζέλος – αρμόδιος από κυβερνητικής πλευράς για του Αγώνες- στην ίδια παρουσίαση

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπήρξε ο πρώτος μεταολυμπιακός Πρωθυπουργός, που αξιοποιώντας, έστω με καθυστέρηση … είκοσι ετών,  τις ολυμπιακές υποδομές στην Παιανία, έδειξε ότι το ολυμπιακό κεφάλαιο δεν έχασε τη αξία του. Πολύ περισσότερο δεν έχασε την ικανότητα της να αναδεικνύει ότι αναλαμβάνει αυτή που το δημιούργησε.

Ο Κώστας Σημίτης, που δεν είχε ιδεολογική συγγένεια μαζί της ,την έχρισε Πρέσβειρα εκ προσωπικοτήτων- ρόλο που της αφαίρεσε αργότερα ο -ευεργετηθείς από την ίδια –Αλ. Τσίπρας. Χωρίς να αντιδράσει ο Καραμανλής στον οποίο η δουλειά της πρόσφερε τη δόξα της πρωθυπουργικής  του παρουσίας στην έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων.

Στις σημερινές συνθήκες ο  Κυριάκος Μητσοτάκης, συστήνοντας σχεδόν προσωποπαγές υπουργείο για την Εξωστρέφεια, με επικεφαλής την Αγγελόπουλου -που μπορεί να αναμετράται με τα μεγάλα και να αναδεικνύει τη «συλλογική προσπάθεια των Ελλήνων», δεν προσφέρει μόνο υπηρεσία στην κυβέρνηση του και στη χώρα, αλλά αποκαθιστά κλείνει και κάποιες εκκρεμότητες της Πολιτείας.

Είναι εύλογο να προβλέψει κανείς ότι θα είναι η μόνη προσθήκη υπουργείου στο κυβερνητικό σχήμα,  για την οποία δεν θα υπάρξουν αντιρρήσεις.  Κάθε άλλο. Άλλωστε όλοι γνωρίζουν ότι οι  Αγγελόπουλοι μόνο επιβαρύνσεις στον κρατικό προϋπολογισμό δεν προκαλούν όταν αναλαμβάνουν δημόσιους ρόλους και εθνικές αποστολές. Η προσφορά είναι μέρος της καλής χρήσης του πλούτου τους.