Η αβεβαιότητα είναι πολύτιμη πρώτη ύλη της παραπληροφόρησης, του λαϊκισμού και της δημαγωγίας. Έτσι, με αφογμή την κρίση στο Στενό του Ορμούζ που προκαλεί η αμερικανο-ιρανική σύγκρουση, κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο η «πληροφορία» ότι παρατηρείται σοβαρή ανωμαλία στην αγορά λιπασμάτων το 30% των οποίων διακινείται από το Στενό του Ορμούζ. 

Του Αθανάσιου Χ. Παπανδρόπουλου

Προβλέπεται έτσι επισιτιστική κρίση με σοβαρές ελλείψεις ειδών διατροφής και γεωργικών προϊόντων, γεγονός που οδηγεί σε κερδοσκοπικές κινήσεις βιομηχανικών τροφίμων. Κάποιες από τις αλήθειες που περιέχει το σενάριο αυτό, είναι αρκετές για να τροφοδοτηθεί κερδοσκοπική κινδυνολογία και εκτεταμένη παραπληροφόρηση που στόχο έχει την αμαύρωση της εικόνας των επιχειρήσεων ειδών διατροφής.

Όντως η κρίση στο Στενό του Ορμούζ πλήττει την αγορά λιπασμάτων  και επισιτιστική κρίση θα μπορούσε να υπάρξει στην Ασία και την Αφρική, τονίζουν διεθνείς Οργανισμοί και λοιποί παρατηρητές. Επισημαίνουν δε ότι στο επίπεδο αυτό υπήρξαν κινδυνολογικές στο έπακρο οι δηλώσεις του Χόρχε Μπεϊρούτα Σίλβα ανώτατου στελέχους του ΟΗΕ, που αναφέρθηκε με δηλώσεις του σε ανθρωπιστική κρίση που θα μπορούσε να προκληθεί στην.... Αφρική, όπου «η εποχή της σποράς δεν μπορεί να περιμένει».

Το οξύ πρόβλημα με τα λιπάσματα είναι ότι το κόστος τους έχει σχεδόν διπλασιαστεί και οι επιπτώσεις από την άνοδο αυτή μετακινούνται στις αλυσίδες παραγωγής, προκαλώντας πιέσεις στον αγροτικό κόσμο, των αναπτυσσόμενων χωρών κυρίως.

Αυτός είναι ο λόγος που σε ασιατικές και αφρικανικές χώρες, το κόστος παραγωγής στη βιομηχανία τροφίμων έχει πάει στα ύψη, με ποσοστά που ξεπερνούν το 15%.

Όπως αναφέρεται σε ανακοίνωση του ΟΗΕ, στις αναδυόμενες χώρες, οι αυξήσεις στις τιμές λιπασμάτων και πρώτων υλών είναι πολύ επώδυνες, γιατί τρόφιμα και καύσιμα αποτελούν έως και 50% του καλαθιού πληθωρισμού, σε αντίθεση με αναπτυγμένες χώρες όπου το ποσοστό αυτό δεν ξεπερνά το 20%. Συνεπώς, όπως τονίζει η Maril Diron της εταιρείας Moody’s,  οι αναπτυσσόμενες χώρες είναι πολύ πιο ευάλωτες στα εξωτερικά σοκ από τις αντίστοιχες της Ευρώπης για παράδειγμα. 

Ο επικεφαλής οικονομολόγος του FAO, Maximo Torero, τονίζει ότι ακόμη και μια σύντομη σύγκρουση μπορεί να μειώσει την προσφορά βασικών προϊόντων, όπως δημητριακά και ζωοτροφές, γαλακτοκομικά και κρέας.

Οι επιπτώσεις διαφέρουν ανά περιοχή. Η Λατινική Αμερική εμφανίζεται πιο ανθεκτική, χάρη σε οικονομίες όπως της Βραζιλίας και της Αργεντινής, αν και υπάρχουν ανησυχίες για την επάρκεια λιπασμάτων. Στην Νιγηρία, η εγχώρια παραγωγή μπορεί να περιορίσει τις επιπτώσεις.

Αντίθετα, χώρες όπως η Σομαλία, το Μπαγκλαντές, η Κένυα και το Πακιστάν εξαρτώνται περισσότερο από εισαγωγές και διαθέτουν περιορισμένα αποθέματα. Στην Κένυα, το κόστος λιπασμάτων έχει ήδη αυξηθεί περίπου 40%, ενώ η Ρουάντα εξετάζει μέτρα στήριξης του αγροτικού τομέα.

Σε αντίθεση με το 2022, όπου επηρεάστηκαν άμεσα οι εξαγωγές σιτηρών, η τρέχουσα κρίση επηρεάζει την παραγωγή μέσω του κόστους. Η αύξηση στις τιμές ενέργειας, άνω του 50%, επιβαρύνει τόσο την παραγωγή όσο και τη μεταφορά.

Οι καλλιέργειες υψηλής εξάρτησης από λιπάσματα, όπως καλαμπόκι και σιτάρι, αναμένεται να πληγούν πρώτες, στο μέτρο που η κρίση θα έχει διάρκεια με επιδείνωση της κατάστασης. 

Οπως μπορεί να καταλάβει κανείς ότι από αυτά που προηγούνται κάθε άλλο παρά ελλείψεις τροφίμων  υπάρχουν σήμερα στην Ελλάδα και γενικότερα στην Ευρώπη. Αναφορικά δε με το κόστος παραγωγής στην Ελλάδα, είναι γνωστό ότι η πολιτεία επιχορηγεί το 15% του ύψους των παραστατικών αγοράς λιπασμάτων.

Η βιομηχανία ειδών διατροφής , που είναι και ο πρώτος μεταποιητικός κλάδος της οικονομίας μας, δεν έχει συνεπώς  κανένα λόγο ούτε τρόφιμα να «κρύβει» ούτε να κερδοσκοπεί εις βάρος των καταναλωτών που είναι και η κύρια πηγή των εισοδημάτων της.

Η διαδικτυακή καταστροφολογία για δήθεν ελλείψεις τροφίμων στην Ελλάδα άλλους σκοπούς εξυπηρετεί σίγουρα δε πλήττει την εξωστρέφεια του παραγωγικού μας ιστού, σε μια κρίσιμη για τη χώρα φάση. Με πιο απλά λόγια, οι επιθέσεις κατά της εγχώριας βιομηχανίας τροφίμων, υπονομεύουν το κύρος και την εξαγωγική της ικανότητα, σε μια περίοδο όπου η ελληνική μεταποίηση και η εγχώρια αγροτική παραγωγή έχουν ανάγκη από νέες αγορές.  

Και οι τελευταίες, αποδίδουν μεγάλη σημασία στην εμπιστοσύνη, που κάποιοι θέλουν να κλονίσουν στη βιομηχανία της χώρας μας…