Κάθε καλός μάνατζερ - καθώς και κάθε καλός πολιτικός – (οφείλει να) γνωρίζει την σημασία του να επικεντρώνει τις δραστηριότητές του στην επίτευξη ορισμένων σημαντικών στόχων και να μην ασχολείται με δευτερεύοντα ή ασήμαντα πράγματα (ακολουθώντας την αρχή ‘’efficient managers do first things first and second things, not at all’’).
Του Κώστα Χριστίδη*
Ατυχώς, στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία και ιδιαίτερα στην πολιτική σκηνή, η εντυπωσιοθηρία και η ικανοποίηση βραχυπρόθεσμων πολιτικών αναγκών οδηγούν σε εξαγγελίες που ουδέποτε πραγματοποιούνται (άρα, σε αναξιοπιστία, δηλ. καταστροφή πολιτικού κεφαλαίου), σε ανούσιες πολιτικές αντιδικίες, σε πλειοδοσία παροχών, σε κατηγορίες για ‘’ανηθικότητα’’ και ‘’πρακτικές μαφίας’’.
Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό εσφαλμένης ιεράρχησης προτεραιοτήτων είναι η υπέρμετρη ενασχόληση με τις δημοσκοπήσεις που από ένα χρήσιμο εργαλείο συχνά ανάγεται σε αποκλειστικό οδηγό της πολιτικής δράσης. Όπως, όμως, ένας τενίστας, αν δεν βελτιώσει την τεχνική του, την αντοχή του, την ποιότητα του παιχνιδιού του, δεν πρόκειται να κερδίσει τους αγώνες ενός τουρνουά παρατηρώντας απλώς τον πίνακα του σκορ, έτσι και ένας πολιτικός δεν θα επιφέρει τα αποτελέσματα που απαιτούνται εάν άγεται και φέρεται από τις δημοσκοπήσεις.
Πόση, λοιπόν, προσοχή δίνουμε στα πράγματι σημαντικά ; Αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στην τηλεόραση, όπου κυριαρχούν οι πολιτικές κοκορομαχίες, η υπερ - ανάλυση δηλώσεων πρωτοκλασάτων μέχρι τεταρτοκλασάτων στελεχών και, βεβαίως, τα ‘’λαμπερά’’ πρόσωπα της επικαιρότητας. Αν, όμως, πράγματι μας ενδιαφέρει - όπως πρέπει – η αδυναμία πολλών συνανθρώπων μας να αντιμετωπίσουν βασικές ανάγκες τους λόγω φτώχειας, θα πρέπει να μας απασχολεί κατά προτεραιότητα η καταπολέμηση της φτώχειας και, αντιστρόφως, η δημιουργία πλούτου. Ο πλούτος σε αυτόν τον πλανήτη ανέκαθεν προερχόταν από δύο πηγές : από την αρπαγή και από την παραγωγή.
Ο πρώτος τρόπος στις πρωτόγονες ανθρώπινες κοινότητες βασιζόταν στην υπεροχή της ισχύος, της σωματικής δύναμης, αργότερα στις πολεμικές επιδρομές και κατακτήσεις. Σε πιο πρόσφατες περιόδους, και ιδίως στην εποχή μας, ισχύει η αντίληψη της έννομης αρπαγής, ότι δηλαδή αρκεί να πείσουμε την πλειοψηφία μιας ομάδας ανθρώπων, που λέγονται νομοθέτες, να αποφασίσουν την αφαίρεση του προϊόντος των προσπαθειών από ορισμένους ανθρώπους και την παροχή του σε άλλους (αφού, ωστόσο, στην πορεία μειωθεί σημαντικά το συνολικό προϊόν λόγω αμοιβών των μεσολαβούντων κρατικών λειτουργών καθώς και πολλών άλλων εξόδων), για να αυξηθεί η συνολική ευημερία. Η διαδικασία αυτή καλείται, σύμφωνα με τις αρχές της σύγχρονης πολιτικής ορθότητας, ‘’αναδιανομή’’. Ιστορικά, όποτε η αναδιανομή ξεπέρασε κάποια όρια, τα αποτελέσματα υπήρξαν καταστρεπτικά : επενδυτική απραξία, ανεργία, αύξηση της φτώχειας, ιδιαίτερα για τα πιο ευάλωτα μέλη μιας κοινωνίας.
Η δημιουργία πλούτου διά της παραγωγής είναι μία πολύ πιο μακροχρόνια, κοπιώδης και περίπλοκη μέθοδος. Απαιτεί ορθή ανάγνωση των αναγκών και των επιθυμιών μιας κοινωνίας, συγκέντρωση κεφαλαίων και ικανού ανθρώπινου δυναμικού, οργανωτικές και εμπορικές ικανότητες, θεσμικό πλαίσιο που να διευκολύνει την προβλεψιμότητα αλλά και την καινοτομική επιχειρηματικότητα.
Οι διαθέσιμοι πόροι (κεφάλαια, εγκαταστάσεις, τεχνολογικός εξοπλισμός, ανθρώπινη εργασία, διαθέσιμος χρόνος) πρέπει να χρησιμοποιούνται όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικά ώστε να παράγονται περισσότερες ποσότητες αγαθών και υπηρεσιών (και με τον βέλτιστο συνδυασμό ποιότητας και τιμής) . Η σχέση αυτή εκροών προς εισροές (αποτελέσματα / πόροι) αποτελεί τον δείκτη της παραγωγικότητας. Η υψηλή παραγωγικότητα είναι το θεμέλιο για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου μιας κοινωνίας, την επίτευξη διατηρήσιμης ανάπτυξης, τη μείωση της ανεργίας, την αύξηση των πραγματικών μισθών αλλά και τη δυνατότητα στήριξης των πιο ευάλωτων μελών της μέσω κατάλληλων πολιτικών (όχι μέσω πανσπερμίας επιδομάτων αλλά κυρίως μέσω ενός διευρυμένου ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος).
Ατυχώς η παραγωγικότητα στη χώρα μας, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ, και παρά την σημειωθείσα κατά τα τελευταία χρόνια βελτίωση, βρίσκεται στο 54% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης . Ιδιαιτέρως η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο βρίσκεται στα επίπεδα του 2000, ενώ μεγάλος αριθμός εργαζόμενων απασχολείται σε παραδοσιακούς κλάδους, όπως το εμπόριο (17,1% του εργατικού δυναμικού) και τα καταλύματα και η εστίαση (όπου απασχολείται το 14,2%), στους οποίους η παραγωγικότητα υπολείπεται σημαντικά του μέσου όρου (25.200 € / εργαζόμενο και 20.400 € / εργαζόμενο αντιστοίχως στους δύο προαναφερθέντες κλάδους, σε όρους Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας, έναντι π.χ. 62.900 € /εργαζόμενο στη βιομηχανία).
Πώς μπορεί να αυξηθεί η παραγωγικότητα;
Γενική προϋπόθεση είναι η ύπαρξη πολιτικής σταθερότητας και η θεσμική αναβάθμιση της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος, πράγμα στο οποίο μπορεί να συμβάλει και μία κατάλληλη συνταγματική αναθεώρηση.
Εκ των ων ουκ άνευ είναι η αύξηση του επενδεδυμένου κεφαλαίου ανά εργαζόμενο, θέμα στο οποίο η Ελλάδα υστερεί κατά 2, 3 φορές έως 5, 7 φορές σε σύγκριση με την Ευρωπαϊκή Ένωση στους αντίστοιχους κλάδους. Αυτό οφείλεται στο μεγάλο επενδυτικό κενό που προέκυψε κατά τη δεκαετία της οικονομικής κρίσης (αν και η χώρα μας ουδέποτε υπήρξε κορυφαίος επενδυτικός προορισμός), αλλά και στο ιδιαιτέρως μικρό μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων, το 94,3% των οποίων απασχολεί μέχρι 9 εργαζόμενους (και συνολικά το 44,4% των εργαζομένων). Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο (και όχι εξ αιτίας … λατρείας προς τα καρτέλ !) είναι αναγκαία η συγχώνευση πολλών μικρών επιχειρήσεων (από αυτές που με διάθεση εξωραϊσμού αποκαλούνται ‘’η ραχοκοκαλιά της οικονομίας’’) σε λιγότερες , μεγαλύτερες και παραγωγικότερες επιχειρήσεις.
Το ανθρώπινο δυναμικό είναι - και πάντοτε θα είναι, ανεξαρτήτως των όποιων τεχνολογικών εξελίξεων – κρισιμότατος παράγοντας για την αύξηση της παραγωγικότητας και της συνολικής ευημερίας, Εν προκειμένω καθοριστικός είναι ο ρόλος της εκπαίδευσης. Πολλοί επιτυχημένοι άνθρωποι φθάνοντας στην ηλικία των 50 περίπου ετών συνειδητοποιούν ότι η επιτυχία τους οφείλεται όχι τόσο στις γνώσεις που απέκτησαν από τα διάφορα εκπαιδευτήρια στα οποία φοίτησαν, αλλά σε άλλες δεξιότητες που ανέπτυξαν σταδιακά, όπως : ομαδική εργασία, προσήλωση στο στόχο, δημιουργικότητα, κριτική ικανότητα κ.α. Οι δεξιότητες αυτές δεν προάγονται με την από καθέδρας διδασκαλία στα σχολεία και τα πανεπιστήμια, αλλά με τη λειτουργία workshops, ανάθεση ομαδικών εργασιών και ενθάρρυνση της αυτενέργειας, κατευθύνσεις προς τις οποίες πρέπει να στραφεί το εκπαιδευτικό σύστημα.
Μέγας εχθρός της παραγωγικότητας είναι η υπέρμετρη γραφειοκρατία και η πολυπλοκότητα από τις υπερβολικές - ως προς τον αριθμό και την έκταση - ρυθμίσεις, που αφορούν κάθε πτυχή άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας. Σύμφωνα με στοιχεία που περιέχονται στο πρόσφατο Policy Paper του ΚΕΦΙΜ με τίτλο ‘’Η Ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Οικονομίας: Προκλήσεις και Προοπτικές ‘’, η Ελλάδα είναι 50η μεταξύ 69 οικονομιών ως προς την συνολική ανταγωνιστικότητα και, για τρίτο συνεχόμενο έτος, πρώτη (!) - δηλ. τελευταία … - ως η πιο σύνθετη χώρα για την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, με κύριους συστατικούς παράγοντες του προβλήματος τις συνεχείς νομοθετικές αλλαγές και τις σε διαρκή εξέλιξη, ρυθμιστικές μεταρρυθμίσεις. Η σχετική αρνητική λίστα έχει ως εξής: 1) Ελλάδα 2) Μεξικό 3) Βραζιλία 4) Γαλλία 5) Τουρκία 6) Κολομβία 7) Βολιβία 8) Ιταλία 9) Αργεντινή 10) Περού. Η κατάταξη προκύπτει με βάση τον Παγκόσμιο Δείκτη Επιχειρηματικής Πολυπλοκότητας (Global Business Complexity Index – GBCI 2026) του TMF Group, βάσει 292 επιμέρους δεικτών ανά χώρα. Ας μη μας διαφεύγει το γεγονός ότι η υπέρμετρη γραφειοκρατία αποτελεί σημαντικό εμπόδιο εισόδου σε ένα κλάδο, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη μείωση του ανταγωνισμού και την αύξηση της ακρίβειας. Ιδού στάδιον δόξης λαμπρόν για όσους καταφέρονται κατά της ακρίβειας και των καρτέλ …
Έσχατο αλλά όχι ελάχιστο, πρέπει το κράτος να περιορισθεί στις αρμοδιότητες εκείνες που από τη φύση του μπορεί και πρέπει να επιτελέσει, αφήνοντας πολύ περισσότερους πόρους (π.χ. το 60% του ΑΕΠ) στη διάθεση του ιδιωτικού τομέα.
Ως παράδειγμα αναφέρω την ανάγκη μιας βαθιάς μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού συστήματος, με υποκατάσταση του σήμερα ισχύοντος διανεμητικού συστήματος από το κεφαλαιοποιητικό, πράγμα το οποίο όταν ολοκληρωθεί - σύμφωνα με σχετική μελέτη του Ινστιτούτου Δημοσιονομικών και Οικονομικών Μελετών (ΙΔΟΜ) - μπορεί από μόνο του να συμβάλει σε ετήσια αύξηση του ΑΕΠ κατά 6 και πλέον ποσοστιαίες μονάδες.
Εν κατακλείδι, οποιαδήποτε δράση ή πρόταση τίθεται σε δημόσιο διάλογο, πρέπει να αξιολογείται με βάση τη συμβολή της στην αύξηση της παραγωγικότητας και τη συναφή καταπολέμηση της φτώχειας μέσω διατηρήσιμης ανάπτυξης. Αυτό πρέπει να αποτελέσει κορυφαία εθνική προτεραιότητα. Οτιδήποτε άλλο μπορεί να περιμένει.
* Ο Κώστας Χριστίδης είναι νομικός και οικονομολόγος