Η πολιτική σκηνή της χώρας βρίσκεται σε κατάσταση έντονης κινητικότητας, με τις εσωκομματικές και διακομματικές αντιπαραθέσεις να χτυπούν... κόκκινο.
Η εξελισσόμενη μετωπική σύγκρουση ανάμεσα στον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Αντώνη Σαμαρά στο πλαίσιο έρχεται να επιβεβαιώσει μια βαθιά ιδεολογική και προσωπική ρήξη. Η δημόσια ανταλλαγή πυρών, με τον πρωθυπουργό να κάνει λόγο για "τεχνογνωσία ζημιάς στην παράταξη" και τον πρώην πρωθυπουργό να απαντά με αιχμές περί αλαζονείας, δημιουργεί ένα νέο σκηνικό.
Γράφει ο Λουκάς Γεωργιάδης
Στο κάδρο αυτό, πολλοί αναλυτές βλέπουν τη διαμόρφωση ενός άτυπου αλλά συμπαγούς μετώπου. Ο Αντώνης Σαμαράς, κινούμενος από τα δεξιά, συναντά αντικειμενικά στην ίδια γραμμή κριτικής τον Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος επιχειρεί τη δική του πολιτική επαναφορά, αλλά και τον Νίκο Ανδρουλάκη, που επιδιώκει να εδραιώσει το ΠΑΣΟΚ ως τον κύριο αντίπαλο της κυβέρνησης. Για το Μέγαρο Μαξίμου, αυτή η πανσπερμία ετερόκλητων δυνάμεων που ενώνονται κάτω από την ομπρέλα του "αντι-μητσοτακισμού" δεν αποτελεί απαραίτητα απειλή. Αντίθετα, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να εξελιχθεί στο απόλυτο στρατηγικό πλεονέκτημα ενόψει των επόμενων εκλογών.
Η διάσπαση της Δεξιάς ως μηχανισμός "καθαρισμού" του κέντρου
Η πιθανότητα δημιουργίας ενός νέου πολιτικού σχηματισμού υπό την επιρροή ή την καθοδήγηση του Αντώνη Σαμαρά τρομάζει εκ πρώτης όψεως τους παραδοσιακούς ψηφοφόρους της Νέας Δημοκρατίας.
Ωστόσο, στην πολιτική σκακιέρα, μια τέτοια κίνηση απελευθερώνει τον Κυριάκο Μητσοτάκη από τις εσωτερικές ιδεολογικές έριδες της παραδοσιακής δεξιάς. Μετατοπίζοντας τη ρητορική του προς το προοδευτικό κέντρο, ο πρωθυπουργός μπορεί να παρουσιαστεί ως ο μοναδικός εκφραστής του εκσυγχρονισμού και της θεσμικής σταθερότητας. Οι ψηφοφόροι του μεσαίου χώρου, οι οποίοι καθορίζουν το εκλογικό αποτέλεσμα, συχνά απωθούνται από τη σκληρή εθνική ρητορική ή τον κοινωνικό συντηρητισμό.
Η απομάκρυνση της πτέρυγας Σαμαρά επιτρέπει στη Νέα Δημοκρατία να εμφανιστεί ως ένα καθαρό, ευρωπαϊκό, κεντροδεξιό κόμμα, ελκυστικό για τους μετριοπαθείς πολίτες που αναζητούν ρεαλιστικές λύσεις και όχι ιδεολογικές περιχαρακώσεις.
Το δίλημμα "σταθερότητα ή χάος" και η έλλειψη αξιόπιστης εναλλακτικής πρότασης
Η ταύτιση της δεξιών και αριστερών ριζοσπαστών διευκολύνει τους πολιτικούς χειρισμούς και τη στρατηγική Μητσοτάκη, καθώς τον αναδεικνύει ως τον μοναδικό ηγέτη που έχει το ισχυρό "χαρτί" της κυβερνησιμότητας.
Η αποκαλούμενη "ανίερη συμμαχία" στερείται κοινού προγράμματος. Είναι αδύνατον να φανταστεί κανείς μια μελλοντική κυβέρνηση συνεργασίας όπου θα συνυπάρχουν οι ιδέες του Αντώνη Σαμαρά, οι θέσεις του Αλέξη Τσίπρα και οι προτάσεις του Νίκου Ανδρουλάκη. Αυτή η προγραμματική ασυμφωνία επιτρέπει στο Μαξίμου να θέσει στους πολίτες ένα αμείλικτο ερώτημα: "Αν δεν κυβερνήσει η Νέα Δημοκρατία, ποιος ακριβώς θα κυβερνήσει τη χώρα;". Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα αναδεικνύει τη Νέα Δημοκρατία ως τη μόνη ρεαλιστική δύναμη εξουσίας, μετατρέποντας τις εκλογές σε επιλογή ανάμεσα στη συνέχιση μιας συγκεκριμένης πορείας και σε ένα πολιτικό θολό τοπίο.
Χτύπημα στον λαϊκισμό μέσω της... σύγκρισης!
Η ρητορική πλειοδοσία και οι υποσχέσεις πολλών δισεκατομμυρίων, που συχνά χαρακτηρίζουν τις παρεμβάσεις της αντιπολίτευσης, δίνουν την ευκαιρία στο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης να προτάξει τη δημοσιονομική υπευθυνότητα.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης και το ΠΑΣΟΚ, στην προσπάθεια τους να κερδίσουν έδαφος, υιοθετούν συχνά μια επιθετική τακτική που η κυβέρνηση χαρακτηρίζει ως "πράσινο ΣΥΡΙΖΑ". Από την άλλη πλευρά, ο Αλέξης Τσίπρας, μέσω της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, προσπαθεί να επαναφέρει τη ρητορική της σύγκρουσης με το κατεστημένο. Όταν όμως όλοι αυτοί οι παίκτες χρησιμοποιούν παρόμοια επιχειρήματα με αυτά του Αντώνη Σαμαρά για την οικονομική καθημερινότητα, η κυβέρνηση μπορεί εύκολα να τους κατατάξει στην ίδια κατηγορία του άκρατου λαϊκισμού. Η σύγκριση ανάμεσα στον κυβερνητικό πραγματισμό και τις ανεφάρμοστες υποσχέσεις της αντιπολίτευσης λειτουργεί ευεργετικά για το προφίλ του Κυριάκου Μητσοτάκη ως υπεύθυνου διαχειριστή των εθνικών και οικονομικών υποθέσεων. Άρα, Τσίπρας, Ανδρουλάκης και Σαμαράς, όσο θα επιχειρούν την αποδυνάμωση της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη, τόσο θα τον αναδεικνύουν ως μοναδική πολιτική επιλογή για μία ακόμη τετραετία...
Ο παράγοντας της υστεροφημίας και η διάσπαση των αντιπάλων
Η ανοιχτή αντιπαράθεση Μητσοτάκη-Σαμαρά περί... υστεροφημίας, η οποία κυριάρχησε στις πρόσφατες δηλώσεις, αναδεικνύει μια άλλη διάσταση.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, απαντώντας στις κατηγορίες περί μετατροπής της Νέας Δημοκρατίας σε "κόμμα Μητσοτάκη", υπενθύμισε με νόημα τα εκλογικά ποσοστά του παρελθόντος, τονίζοντας τη δική του ικανότητα να φέρνει νίκες και αυτοδυναμίες. Αυτή η επίδειξη ισχύος απευθύνεται κυρίως στο εσωτερικό της παράταξης, στέλνοντας μήνυμα στα στελέχη ότι η παραμονή στην εξουσία διασφαλίζεται μόνο μέσω της συσπείρωσης γύρω από τον σημερινό αρχηγό.
Την ίδια στιγμή, οι αντίπαλοι του στο κέντρο και την αριστερά είναι αναγκασμένοι να ανταγωνίζονται μεταξύ τους για τα πρωτεία στον αντι-μητσοτακικό αγώνα. Η μάχη για το ποιος είναι ο πραγματικός αντίπαλος του Μητσοτάκη αναλώνει τις δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ και των υπόλοιπων σχηματισμών σε μια εσωτερική έριδα, αφήνοντας τον πρωθυπουργό στο απυρόβλητο να εφαρμόζει την ατζέντα του.
Το προεκλογικό... δώρο που περιμένει ο Μητσοτάκης
Στην τελική ευθεία προς τις κάλπες, η ύπαρξη ενός κοινού μετώπου εναντίον του πρωθυπουργού μπορεί να αποδειχθεί το μεγαλύτερο προεκλογικό δώρο.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει αποδείξει ότι γνωρίζει καλά πώς να διαχειρίζεται τις συνθήκες πόλωσης. Όταν η συζήτηση φεύγει από τα καθημερινά προβλήματα και μετατοπίζεται στο επίπεδο της σύγκρουσης προσώπων και της πολιτικής επιβίωσης, η κυβερνητική μηχανή διαθέτει τη συγκρότηση να επικρατήσει. Η "ανίερη συμμαχία" των επικριτών του, αντί να τον απομονώσει, ενδέχεται να τον αναδείξει ως το μοναδικό ανάχωμα απέναντι σε μια γενικευμένη πολιτική αστάθεια. Για τους ψηφοφόρους που επιζητούν ασφάλεια σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον, η επιλογή θα είναι ξεκάθαρη. Και κάπως έτσι, η... χολή και η πολεμική των αντιπάλων του μπορεί να γίνουν τα συστατικά για μία ακόμη εκλογική νίκη του Μητσοτάκη!