Προχθές ο πρόεδρος της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, Αλέξης Τσίπρας κατέθεσε από τη Θεσσαλονίκη το... όραμα του για το 2031, ενώ χθες από το Ηράκλειο Κρήτης, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Νίκος Ανδρουλάκης, πενήντα δύο χρόνια μετά την ιδρυτική διακήρυξη του Ανδρέα Παπανδρέου στις 3 Σεπτεμβρίου 1974, έδωσε το σήμα για τη μεγάλη... αντεπίθεση!
Γράφει ο Λουκάς Γεωργιάδης
Οι προαναφερόμενοι αποτελούν τους δύο βασικούς μονομάχους της προσεχούς εκλογικής αναμέτρησης, με "έπαθλο" την κατάκτηση της... δεύτερης θέσης! Η επικείμενη εκλογική μάχη αναμένεται να αποτελέσει ένα καθοριστικό crash test ανάμεσα στον Αλέξη Τσίπρα και τον Νίκο Ανδρουλάκη και η σύγκρουση αυτή δεν αφορά απλώς την καταγραφή των ποσοστών στην κάλπη. Σχετίζεται με την ηγεμονία στον ευρύτερο κεντροαριστερό χώρο και τη διαμόρφωση της εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης για την επόμενη ημέρα.
Πού θα κριθεί η "μάχη"
Η εκλογική επικράτηση του ενός έναντι του άλλου θα κριθεί σε συγκεκριμένα πεδία της κοινωνίας, ανάλογα με το ποιος θα είναι περισσότερο πειστικός ή... οραματικός!
Το πρώτο και σημαντικότερο μέτωπο είναι η ικανότητα συσπείρωσης της παραδοσιακής βάσης των δύο κομμάτων, σε συνδυασμό με την προσέλκυση των αναποφάσιστων πολιτών. Ο Αλέξης Τσίπρας ποντάρει στην κυβερνητική εμπειρία του, την αναγνωρισιμότητα και την προσωπική του απήχηση στα λαϊκά στρώματα με τα γνωστά... παραμύθια. Επιχειρεί να εμφανίσει το νέο κόμμα του ως τη μόνη ρεαλιστική και προοδευτική διέξοδο απέναντι στην υπάρχουσα διακυβέρνηση, αφού προηγουμένως είχε φροντίσει να κάνει... γιούρμπαλα τον ΣΥΡΙΖΑ. Η ρητορική του εστιάζει στην κοινωνική δικαιοσύνη, την ακρίβεια και την ανάγκη για ριζικές θεσμικές αλλαγές, ενώ σε κάθε περίπτωση, με βάση αυτά που είπε στη Θεσσαλονίκη προχθές, το θετικό είναι ότι έχει ξεφύγει από τις γνωστές ανόητες ακρότητες του παρελθόντος.
Από την άλλη πλευρά, ο Νίκος Ανδρουλάκης επενδύει στο αφήγημα της θεσμικής σοβαρότητας, της ανανέωσης και της αυτόνομης πορείας. Το δικό του πολιτικό σχέδιο προτάσσει τη σταθερότητα, τον ρεαλισμό και ένα σύγχρονο σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα που στοχεύει στις παραδοσιακές δυνάμεις του προοδευτικού κέντρου και της μεσαίας τάξης. Η μάχη θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό στα αστικά κέντρα, όπου η μεσαία τάξη αναζητά αξιοπιστία, αλλά και στην περιφέρεια, όπου οι παραδοσιακοί κομματικοί μηχανισμοί διαδραματίζουν ακόμη καθοριστικό ρόλο. Παράλληλα, η στάση των νέων ψηφοφόρων και η ικανότητα των δύο αρχηγών να μιλήσουν στη γλώσσα των σύγχρονων προβλημάτων, θα αποτελέσουν τον καταλύτη για το τελικό αποτέλεσμα.
Τι... κερδίζει ο δεύτερος στις εκλογές
Η κατάκτηση της δεύτερης θέσης συνοδεύεται από τεράστια πολιτικά και θεσμικά οφέλη, τα οποία ξεπερνούν κατά πολύ το στενό πλαίσιο της κοινοβουλευτικής αριθμητικής.
Ο αρχηγός που θα κόψει πρώτος το νήμα σε αυτή την εσωτερική κούρσα αναγνωρίζεται αυτόματα ως ο θεσμικός αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Αυτό του δίνει το προνόμιο να καθορίζει την ατζέντα της αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση, να έχει τον πρώτο λόγο στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες και να απολαμβάνει αυξημένη προβολή στα μέσα ενημέρωσης. Πέρα από τα θεσμικά προνόμια, ο δεύτερος κερδίζει το πολύτιμο πολιτικό κεφάλαιο του "εν αναμονή πρωθυπουργού". Δηλαδή, καθίσταται ο αδιαμφισβήτητος πόλος έλξης για κάθε πολίτη που είναι δυσαρεστημένος από την κυβερνητική πολιτική. Αυτή η θέση επιτρέπει στο κόμμα του να λειτουργήσει ως ώριμος και υπεύθυνος συνομιλητής σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, ενισχύοντας το προφίλ της παράταξης ως μιας εν δυνάμει κυβερνητικής λύσης.
Στην ουσία, ο δεύτερος αποκτά τον χρόνο, τον χώρο και τη νομιμοποίηση να "χτίσει" τις συμμαχίες του και να προετοιμάσει την επόμενη εκλογική του "έφοδο" προς την εξουσία, έχοντας καθαρίσει το τοπίο στα αριστερά του. Ο τρίτος, στην καλύτερη περίπτωση θα είναι... εν αναμονή αρχηγός, ενώ πολλά μπορούν να συμβούν αν πάμε και σε δεύτερη εκλογική αναμέτρηση και προκύψει συνεργασία της Νέας Δημοκρατίας με άλλο κόμμα, δηλαδή το ΠΑΣΟΚ...
Τι... χάνει ο τρίτος στις εκλογές
Η τρίτη θέση στις εκλογές της προσεχούς άνοιξης, είτε για τον Αλέξη Τσίπρα, είτε για τον Νίκο Ανδρουλάκη, ισοδυναμεί με στρατηγικό εγκλωβισμό, αλλά και πολιτική περιθωριοποίηση.
Ο ηγέτης που θα περιοριστεί στην τρίτη θέση χάνει τη δυνατότητα να εκφράσει αυθεντικά το αντιπολιτευτικό ρεύμα. Το κόμμα του κινδυνεύει να συμπιεστεί μέσα στις μυλόπετρες του νέου δικομματισμού που θα επιχειρήσουν να επιβάλουν ο πρώτος και ο δεύτερος. Η πολιτική του παρουσία θα απειληθεί από το φαινόμενο της χρήσιμης ψήφου, καθώς οι ψηφοφόροι τείνουν να μετακινούνται προς ισχυρότερους σχηματισμούς που έχουν άμεση προοπτική εξουσίας.
Επιπλέον, η τρίτη θέση ανοίγει σχεδόν νομοτελειακά τον ασκό του Αιόλου για εσωκομματική γκρίνια, αμφισβήτηση και εσωστρέφεια. Τα στελέχη και η βάση του κόμματος θα βρεθούν αντιμέτωποι με το ερώτημα της στρατηγικής αποτυχίας, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε φυγόκεντρες δυνάμεις ή ακόμη και σε ανοιχτή αμφισβήτηση της ηγεσίας. Κακά τα ψέματα, ο τρίτος χάνει την πρωτοβουλία των κινήσεων, μετατρέπεται σε έναν συμπληρωματικό ή δυνητικό κυβερνητικό εταίρο χωρίς αυτόνομο λόγο και αναγκάζεται να δώσει μια επίπονη μάχη επιβίωσης και ταυτότητας μέσα σε ένα περιβάλλον που θα τον προσπερνά.
Ωστόσο, υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά. Αν ο Τσίπρας βγει τρίτος θα συνεχίσει να εργάζεται ως "εν αναμονή πρωθυπουργός", καθώς τώρα ξεκινάει μια νέα προσπάθεια σε ένα... ιδιωτικής χρήσεως κόμμα. Αντιθέτως, αν βρεθεί στην τρίτη θέση ο Νίκος Ανδρουλάκης, τότε τα πράγματα για τον ίδιο, αλλά και το ΠΑΣΟΚ θα είναι πολύ άσχημα. Ίσως, τότε να σκεφτεί πολύ σοβαρά, ότι για τον ίδιο θα είναι ζήτημα πολιτικής επιβίωσης η συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία (στην περίπτωση μη αυτοδυναμίας της), ώστε να μη φύγει κακήν κακώς από το ΠΑΣΟΚ και συνδέσει το όνομα του με μια ακόμη μεγάλη και πιθανότατα επώδυνη διάσπαση...
Το στοίχημα της επόμενης μέρας
Η αναμέτρηση Τσίπρα-Ανδρουλάκη ξεπερνά τα πρόσωπα και αφορά τη φυσιογνωμία και το μέλλον της αριστερής παράταξης στην Ελλάδα.
Το αποτέλεσμα της κάλπης θα κρίνει αν η αντιπολίτευση θα αποκτήσει έναν πιο ριζοσπαστικό και συγκρουσιακό χαρακτήρα ή αν θα μετατοπιστεί προς ένα πιο θεσμικό, μεταρρυθμιστικό και σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο. Οι ισορροπίες είναι εξαιρετικά λεπτές και οι στρατηγικές επιλογές των επόμενων μηνών θα κρίνουν σχεδόν τα πάντα. Οι δύο μονομάχοι γνωρίζουν καλά ότι σε αυτή τη μάχη ο δεύτερος παίρνει τα πάντα και ο τρίτος μένει στο περιθώριο των εξελίξεων. Η κάλπη θα δείξει ποιο αφήγημα και ποια ηγεσία θα καταφέρει να πείσει τους πολίτες ότι μπορεί να οδηγήσει την παράταξη και τη χώρα στο μέλλον.
Τι δείχνουν οι δημοσκοπήσεις για ΕΛ.Α.Σ.-ΠΑΣΟΚ
Η δημοσκοπική μάχη μεταξύ της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης και του ΠΑΣΟΚ για τη δεύτερη θέση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον αλλά και συγκεκριμένα δεδομένα.
Η ΕΛ.Α.Σ. βρίσκεται σταθερά στη δεύτερη θέση με ποσοστά περίπου 13%-14% στην πρόθεση ψήφου, ή περίπου 16% στην εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος. Το κόμμα εμφανίζει σημάδια παγίωσης στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αντλώντας κυρίως δυνάμεις από τις νεότερες ηλικίες (18-34 ετών) και τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα που πλήττονται από την ακρίβεια.
Το ΠΑΣΟΚ έρχεται τρίτο με ποσοστά μεταξύ 10%-11,5%, με την εκτίμηση ψήφου να φτάνει στο 13%-13,5%. Η διαφορά φαίνεται να "ροκανίστηκε" τελευταία, καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ υπό την ηγεσία της Ρένας Δούρου, φαίνεται να αντλεί ζωτικής σημασίας ποσοστό από την ΕΛ.Α.Σ., ικανό για να τη βάλει στην επόμενη Βουλή. Το ΠΑΣΟΚ καταγράφει την υψηλότερη διείσδυση του στους μετριοπαθείς κεντρώους ψηφοφόρους και σε μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες. Με τη διαφορά στην εκτίμηση ψήφου να βρίσκεται στις 2,5 εκατοστιαίες μονάδες, η "μάχη" παραμένει ανοικτή. Άλλωστε έχουμε να... φάμε ακόμη πολλά... καρβέλια έως τις εκλογές!
Η εκλογική "δεξαμενή" μεταξύ των δύο κομμάτων παραμένει εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, θυμίζοντας συγκοινωνούντα δοχεία. Το ΠΑΣΟΚ εμφανίζει μια σταθερή διαρροή ψηφοφόρων προς την ΕΛ.Α.Σ., η οποία αγγίζει το 8% με 10% όσων το είχαν ψηφίσει στο παρελθόν. Οι ψηφοφόροι αυτοί μετακινούνται κυρίως λόγω της επιθυμίας τους για μια πιο επιθετική και ξεκάθαρη αντιπολιτευτική τακτική απέναντι στην κυβέρνηση. Από την άλλη, το ΠΑΣΟΚ καταφέρνει να επαναπατρίσει ένα 5% με 6% απογοητευμένων μετριοπαθών ψηφοφόρων από την ΕΛ.Α.Σ., οι οποίοι αναζητούν μια πιο θεσμική και λιγότερο συγκρουσιακή εναλλακτική.
Ωστόσο, το "κλειδί" των δημοσκοπήσεων στη "μάχη" Τσίπρα-Ανδρουλάκη, είναι τα ποσοστά δημοφιλίας τους. Στην προσωπική μάχη των δύο ηγετών, οι ποιοτικοί δείκτες των γκάλοπ δείχνουν ότι ο Αλέξης Τσίπρας συγκεντρώνει θετικές γνώμες σε ποσοστό κοντά στο 22%. Το ισχυρό του χαρτί παραμένει η υψηλή δημοφιλία στις ηλικίες 18-34 ετών και στα αστικά κέντρα, όπου θεωρείται πιο αποτελεσματικός στο να εκφράσει τη γενικευμένη κοινωνική διαμαρτυρία.
Από την άλλη πλευρά, ο Νίκος Ανδρουλάκης, κινείται στο 19% σε επίπεδο δημοφιλίας, αλλά υπερέχει σημαντικά στον δείκτη των λιγότερο αρνητικών γνωμών ανάμεσα στους κεντρώους και αναποφάσιστους ψηφοφόρους. Η απήχηση του είναι ισχυρότερη στις ηλικίες άνω των 55 ετών, αλλά και στην ελληνική περιφέρεια, ενώ υστερεί στα αστικά κέντρα. Μέχρι τις εκλογές, πολλά μπορούν να αλλάξουν ή να ανατραπούν. Αρχίζει το ματς!
Η οικονομική ατζέντα ΠΑΣΟΚ και ΕΛ.Α.Σ., το κυβερνητικό αντίβαρο και η κοινωνία
Καραμανλής – Σαμαράς: Τι σκέφτονται και τι φοβούνται – Η υστεροφημία, η κυριαρχία Μητσοτάκη και όλο το παρασκήνιο στα έγκατα της ΝΔ
Ακολουθήστε το Lykavitos.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις