Το... ραντεβού του Νίκου Ανδρουλάκη με τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης είχε όλα τα χαρακτηριστικά μιας μεγάλης πολιτικής δοκιμασίας. Ο Ανδρουλάκης προσπάθησε να πείσει περισσότερο ότι... αξίζει να είναι αξιωματική αντιπολίτευση, υπερτερώντας του Τσίπρα, παρά να... διαβεβαιώσει το εκλογικό σώμα ότι μπορεί να κυβερνήσει.
Παρά ταύτα, θα πούμε ότι με... φιλότιμο τρόπο, ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ επιχείρησε να εκπέμψει ένα σήμα κυβερνησιμότητας, καταθέτοντας μια δέσμη προτάσεων που φιλοδοξεί να αλλάξει τις ισορροπίες στο πολιτικό σκηνικό.
Του Λουκά Γεωργιάδη
Πίσω από την... πρωθυπουργική εμφάνιση, τις υποσχέσεις και τα περίφημα επτά νομοθετήματα, κρύβεται μια σκληρή πολιτική πραγματικότητα. Η ρητορική του Ανδρουλάκη κινήθηκε σε ένα γνώριμο, σχεδόν προβλέψιμο "γήπεδο", αφήνοντας αναπάντητα πολλά και κρίσιμα ερωτήματα και επιβεβαιώνοντας ότι ο δρόμος προς την πραγματική εξουσία παραμένει γεμάτος "νάρκες" και... αντιφάσεις.
Η σοσιαλδημοκρατική... αντεπίθεση με τα επτά νομοθετήματα, ήταν μια... παράτολμη προσπάθεια του Νίκου Ανδρουλάκη να δείξει ότι το ΠΑΣΟΚ δεν υπάρχει μόνο για να... φωνάζει, αλλά διαθέτει έτοιμο κυβερνητικό σχέδιο. Η αιχμή του δόρατος της παρουσίας του ήταν η δέσμευση για επτά συγκεκριμένα νομοθετήματα, τα οποία, όπως υποστήριξε, θα κατατεθούν άμεσα προς ψήφιση μόλις το κόμμα του αναλάβει τα ηνία της χώρας! Βέβαια, εδώ υπάρχει ένα... θολό σημείο, καθώς, νίκη του ΠΑΣΟΚ έναντι της Νέας Δημοκρατίας δεν... προκύπτει με βάση τις δημοσκοπήσεις, αλλά ούτε και με βάση τα πιο... τρελά όνειρα του αρχηγού του!
Μεταξύ των εξαγγελιών Ανδρουλάκη, ξεχώρισαν η επαναφορά του 13ου μισθού και της 13ης σύνταξης, η ίδρυση ενός ισχυρού Ομίλου Αναπτυξιακής Τράπεζας για τη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των αγροτών, καθώς και ένα ριζικό σχέδιο για την κοινωνική κατοικία με στόχο την αναχαίτιση της στεγαστικής κρίσης.
Παράλληλα, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ σήκωσε ψηλά τη σημαία της θεσμικής θωράκισης του κράτους. Μίλησε εκτενώς για την ανάγκη να μπει τέλος στο "πάρτι" των απευθείας αναθέσεων, υποσχέθηκε πλήρη διαφάνεια στις προσλήψεις μέσω του ΑΣΕΠ και δεσμεύτηκε για την αναδιοργάνωση του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Η ρητορική του είχε έντονο κοινωνικό πρόσημο, εστιάζοντας στην προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων, την ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων και τη δίκαιη κατανομή των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης,
Έλειπε ο... λογαριασμός!
Αν η λίστα με όσα είπε ο Νίκος Ανδρουλάκης ήταν πλούσια σε τίτλους και συνθήματα, η λίστα σχετικά με το τι... δεν είπε, ήταν εκείνη που αποκάλυψε το δομικό έλλειμμα της παρουσίας του.
Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ απέφυγε συστηματικά να εξειδικεύσει πώς ακριβώς θα εφαρμοστούν αυτές οι μεγαλεπήβολες μεταρρυθμίσεις σε ένα διεθνές περιβάλλον που φλέγεται. Επιπλέον, όσα είπε δεν συνοδεύονταν από τον αντίστοιχο λογαριασμό. Γιατί εξαγγελίες χωρίς ποσοτικοποίηση δεν συμβάλλουν στη θεσμική σοβαρότητα ενός κόμματος, αλλά το απομακρύνουν από όσους ψηφίζουν και θέλουν να ακούσουν συγκεκριμένα και εφαρμόσιμα πράγματα.
Σε μια συγκυρία όπου οι τιμές του πετρελαίου παραμένουν στα ύψη και το κόστος δανεισμού για τις ευρωπαϊκές οικονομίες σφίγγει την τανάλια της δημοσιονομικής πειθαρχίας, ο κ. Ανδρουλάκης δεν παρουσίασε κανένα ρεαλιστικό εναλλακτικό μοντέλο παραγωγικής ανασυγκρότησης. Γενικολογίες και αναφορές για "μαγικούς" τρόπους αντιμετώπισης της ακρίβειας, κάτι που υποδηλώνει άγνοια ή σκόπιμη αγνόηση συγκεκριμένων παραμέτρων που άπτονται του διεθνούς περιβάλλοντος και των εγχώριων δημοσιονομικών περιθωρίων.
Ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ δεν είπε κουβέντα για το πώς θα αντιμετωπίσει τις πιέσεις των αγορών αν η χώρα παρεκκλίνει από τους στόχους των πρωτογενών πλεονασμάτων. Επίσης, απέφυγε να πάρει ξεκάθαρη θέση για τα μεγάλα γεωπολιτικά και αμυντικά ζητήματα της χώρας, προτιμώντας την ασφάλεια των γενικόλογων αναφορών στο διεθνές δίκαιο. Η σιωπή του γύρω από το πώς θα χρηματοδοτηθούν οι νέες κρατικές δομές που υποσχέθηκε (όπως ο τραπεζικός όμιλος) άφησε την αίσθηση ότι το ΠΑΣΟΚ επιλέγει να αγνοεί τους κανόνες της σκληρής οικονομικής πραγματικότητας.
Το... κυνήγι των ψήφων στο ίδιο "γήπεδο" με τον Τσίπρα και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα
Είναι σαφές ότι η στρατηγική του Νίκου Ανδρουλάκη στη ΔΕΘ είχε έναν πολύ συγκεκριμένο αποδέκτη. Όλες οι εξαγγελίες του, από τις συντάξεις μέχρι τις επιθέσεις στο "κατεστημένο", απευθύνονταν στο ίδιο ακριβώς ακροατήριο στο οποίο παραδοσιακά απευθυνόταν ο Αλέξης Τσίπρας. Ο Ανδρουλάκης προσπάθησε να γοητεύσει τους απογοητευμένους ψηφοφόρους της παραδοσιακής κεντροαριστεράς και της ριζοσπαστικής αριστεράς, χρησιμοποιώντας μια ορολογία που θύμιζε έντονα τις ημέρες της "πρώτης φοράς αριστερά".
Ωστόσο, υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά που ευνοεί ξεκάθαρα τον Ανδρουλάκη έναντι του Τσίπρα. Ο νυν πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ διαθέτει το πλεονέκτημα ότι δεν κουβαλάει στις πλάτες του το πολιτικό και οικονομικό βάρος της περιόδου 2015-2019, αλλά από την άλλη, το κόμμα του κουβαλάει στις πλάτες του την ασύδοτη οικονομική πολιτική της δεκαετίας του ΄80 που εκτόξευσε το δημόσιο χρέος στα ύψη.
Επιπλέον, ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν έχει υπογράψει μνημόνια, δεν έκλεισε τράπεζες και δεν υποσχέθηκε να σκίσει συμφωνίες με ένα νόμο και ένα άρθρο. Αυτό του επιτρέπει να εμφανίζεται ως ένας πολύ πιο σοβαρός, θεσμικός και αξιόπιστος συνομιλητής για τον προοδευτικό κόσμο. Ενώ ο Τσίπρας ταυτίστηκε με τον λαϊκισμό και τις αυταπάτες, ο Ανδρουλάκης εκπροσωπεί μια πιο συγκροτημένη και παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία.
Ωστόσο, το πρόβλημα είναι ότι παρότι ο Ανδρουλάκης είναι σαφώς ανώτερος πολιτικά και πιο έντιμος στις προθέσεις του από τον προκάτοχο της αριστερής αντιπολίτευσης, παγιδεύεται στην ίδια ανάγκη να χαϊδέψει αυτιά για να κλέψει τις ψήφους της διαμαρτυρίας. Αυτή η ανάγκη για ψηφοθηρία οδήγησε τον Νίκο Ανδρουλάκη σε ένα μεγάλο ολίσθημα. Το σύνολο των οικονομικών του προτάσεων ήταν πλήρως ακοστολόγητο. Η επαναφορά της 13ης και 14ης σύνταξης, η ενίσχυση του ΕΣΥ με μαζικούς διορισμούς και οι επιδοτήσεις για την κοινωνική κατοικία απαιτούν δισεκατομμύρια ευρώ, τα οποία δεν υπάρχουν και δεν πρόκειται να βρεθούν, καθώς ξεφεύγουν από τα όρια της οικονομικής πραγματικότητας και των νόμων της οικονομικής επιστήμης.
Η γνωστή "συνταγή" περί εσόδων, τα οποία θα βρεθούν από τη φορολόγηση των υπερκερδών των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων, είναι μια μεγάλη παγίδα. Στην οικονομία όποιος φορολογεί κλείνει πρόσκαιρα κάποιες "τρύπες", αλλά μεσομακροπρόθεσμα εγκληματεί εις βάρος της οικονομίας, καθώς στερεί την επανεπένδυση κερδών και την προσέλκυση επιπλέον επενδύσεων. Αυτά τα μαθαίνουν τα μικρά παιδιά στη Γ΄ Λυκείου.
Η προσέγγιση Ανδρουλάκη, όσο δημοφιλής κι αν ακούγεται, στερείται αξιοπιστίας και κινείται στην ίδια γραμμή με όσα δήλωσε την περασμένη Τετάρτη από τη Θεσσαλονίκη, ο αρχηγός της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, Αλέξης Τσίπρας. Τα υπερκέρδη είναι μια μεταβλητή πηγή εσόδων που δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει μόνιμες, πάγιες δαπάνες του κράτους, όπως είναι οι μισθοί και οι συντάξεις. Η άρνηση του ΠΑΣΟΚ να καταθέσει έναν κοστολογημένο προϋπολογισμό για το πρόγραμμά του εκθέτει τον κ. Ανδρουλάκη στην κατηγορία του ανέξοδου λαϊκισμού. Δείχνει ότι το κόμμα του, στην προσπάθειά του να γίνει αρεστό, επιστρέφει στις παλιές, κακές συνήθειες της μεταπολίτευσης, υποσχόμενο παροχές που η ελληνική οικονομία, υπό το βάρος του δημόσιου χρέους, απλώς δεν μπορεί να αντέξει.
Η έλλειψη ηγετικής πειθούς
Παρά την εμφανή προσπάθεια του Νίκου Ανδρουλάκη να αναβαθμίσει το προφίλ του, η σύγκριση με τον Κυριάκο Μητσοτάκη παραμένει το πιο δύσκολο εμπόδιο για τον ίδιο.
Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ δυσκολεύεται ακόμη και σήμερα να πείσει το ευρύ, μετριοπαθές ακροατήριο ότι διαθέτει το ειδικό βάρος και την καταλληλότητα για να διοικήσει τη χώρα αποτελεσματικότερα από τον νυν Πρωθυπουργό. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, παρά τη φθορά της εξουσίας και τα ανοιχτά μέτωπα της καθημερινότητας, εκπέμπει μια εικόνα τεχνοκρατικής επάρκειας, διεθνούς αξιοπιστίας και σταθερότητας που εκτιμάται ιδιαίτερα από τη μεσαία τάξη. Απέναντι σε αυτό το προφίλ, ο κ. Ανδρουλάκης αντιπαραθέτει έναν λόγο που συχνά ακούγεται εσωστρεφής, επικεντρωμένος σε κομματικές ισορροπίες και παρωχημένες συνδικαλιστικές διεκδικήσεις.
Η μεσαία τάξη, η οποία κρίνει το αποτέλεσμα των εκλογών, ζητά συγκεκριμένες λύσεις για την ανάπτυξη, τις επενδύσεις και τον εκσυγχρονισμό του κράτους. Η ακοστολόγητη παροχολογία και η άρνηση του ΠΑΣΟΚ να αποδεχθεί τη σκληρή πραγματικότητα των διεθνών αγορών, ενισχύουν το επιχείρημα της Νέας Δημοκρατίας ότι η εναλλακτική λύση στερείται σοβαρότητας. Όσο ο Νίκος Ανδρουλάκης επιλέγει να μιλά τη γλώσσα του παρελθόντος για να κερδίσει το κοινό του ΣΥΡΙΖΑ, τόσο θα αδυνατεί να γεφυρώσει το χάσμα καταλληλότητας με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, παραμένοντας ο αρχηγός ενός κόμματος που θέλει, αλλά δεν μπορεί ακόμα να κυβερνήσει.
Το... παράδοξο των επτά νομοθετημάτων που ανοίγει το "παράθυρο" για συγκυβέρνηση με τη Νέα Δημοκρατία!
Η παρουσίαση των "επτά νομοθετημάτων", εφόσον το ΠΑΣΟΚ γίνει κυβέρνηση, συνιστά μια φαντασίωση. Η μεγαλύτερη πολιτική αντίφαση της παρουσίας του Ανδρουλάκη κρύβεται πίσω από τη βεβαιότητα του για την εφαρμογή τους. Με βάση τους υφιστάμενους συσχετισμούς δυνάμεων και το εκλογικό σύστημα, η πιθανότητα το ΠΑΣΟΚ να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση στο άμεσο μέλλον ανήκει στη σφαίρα της πολιτικής φαντασίας. Αυτά τα 7 νομοθετήματα, λοιπόν, μπορούν να πάρουν σάρκα και οστά μόνο σε μία περίπτωση: αν το ΠΑΣΟΚ συμμετάσχει ως κυβερνητικός εταίρος σε μια συγκυβέρνηση με τη Νέα Δημοκρατία! Εδώ ακριβώς εντοπίζεται το μεγάλο πολιτικό παράδοξο.
Ο κ. Ανδρουλάκης ξόδεψε το μεγαλύτερο μέρος της ομιλίας του για να επιτεθεί με σφοδρότητα στο "σύστημα Μητσοτάκη", αποκλείοντας κάθε ενδεχόμενο συνεργασίας. Όμως, η αριθμητική της κάλπης είναι αμείλικτη. Αν το ΠΑΣΟΚ θέλει να νομοθετήσει, θα πρέπει είτε να βρει σημείο επαφής με τη ΝΔ, είτε να οδηγήσει τη χώρα σε μια παρατεταμένη περίοδο αστάθειας.
Το να παρουσιάζει κανείς ένα πακέτο νόμων ως θέσφατο, την ίδια στιγμή που ξέρει ότι για να κυβερνήσει θα πρέπει να κάνει συμβιβασμούς με τον πολιτικό του αντίπαλο, αποτελεί μια καθαρή πολιτική ψευδαίσθηση που εκθέτει την αξιοπιστία του αρχηγού του ΠΑΣΟΚ.