Καθώς η προθεσμία των 60 ημερών από τη σύναψη του Μνημονίου Συναντίληψης (MoU) μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν εξέπνευσε χθες, Δευτέρα, χωρίς την επίτευξη μιας οριστικής ειρηνευτικής συμφωνίας, η Ουάσινγκτον βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα πλήρες αδιέξοδο.
Η προσωρινή διευθέτηση του πολέμου κατέρρευσε εν μέσω εκατέρωθεν κατηγοριών και παραβιάσεων, αφήνοντας τα Στενά του Ορμούζ κλειστά και την αμερικανική στρατηγική στον αέρα.
Το Μνημόνιο Κατανόησης που υπεγράφη στις 17 Ιουνίου προέβλεπε ένα φιλόδοξο πλαίσιο: τερματισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων, επαναφορά της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ και διαπραγματεύσεις ώστε μέσα σε 60 ημέρες να υπάρξει συνολική συμφωνία για τον πόλεμο, το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και τις αμερικανικές κυρώσεις. Στην πράξη, σχεδόν τίποτα από το αρχικό σχέδιο δεν εξελίχθηκε όπως είχε προβλεφθεί.
Οι ΗΠΑ είχαν άρει προσωρινά τον ναυτικό αποκλεισμό και είχαν προβλεφθεί εξαιρέσεις από τις κυρώσεις και κινήσεις για την αποδέσμευση ιρανικών περιουσιακών στοιχείων. Το Ιράν, από την πλευρά του, είχε δεσμευθεί να αποκαταστήσει την ασφαλή διέλευση των εμπορικών πλοίων από το Ορμούζ. Όμως οι συγκρούσεις επανήλθαν, η Ουάσινγκτον αποκατέστησε τον αποκλεισμό και ακύρωσε τις σχετικές εξαιρέσεις, ενώ η ομαλή ναυσιπλοΐα δεν αποκαταστάθηκε ποτέ.
Το Ορμούζ έγινε το «κλειδί» του πολέμου
Η μεγάλη σύγκρουση αφορά πλέον τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, από όπου πριν από τον πόλεμο διερχόταν περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Η Τεχεράνη θεωρεί ότι το μνημόνιο της έδινε ρόλο στη διαχείριση του θαλάσσιου περάσματος. Η Ουάσινγκτον απορρίπτει αυτή την ερμηνεία. Λίγες ημέρες μετά τη συμφωνία, το Ιράν άρχισε να πλήττει πλοία που επιχειρούσαν να κινηθούν μέσω διαδρομής κοντά στις ακτές του Ομάν, την οποία επέβλεπαν οι ΗΠΑ. Ακολούθησαν νέα αμερικανικά πλήγματα και ιρανικά αντίποινα εναντίον αμερικανικών στόχων στην περιοχή. Και η αντιπαράθεση όχι μόνο δεν αποκλιμακώνεται, αλλά περνά πλέον και σε επίπεδο ακραίας ρητορικής.
Ο Ντόναλντ Τραμπ επανέφερε τη Δευτέρα την ιδέα να μετατραπούν τα Στενά του Ορμούζ σε αμερικανικό «έδαφος», υποστηρίζοντας ότι ο αμερικανικός αποκλεισμός δίνει ουσιαστικά στην Ουάσινγκτον τον έλεγχο της περιοχής. Είχε διατυπώσει την ίδια θέση και λίγες ημέρες νωρίτερα σε ομιλία του στη Νέα Υόρκη.
Η απάντηση της Τεχεράνης ήταν άμεση. Ο Ιρανός υφυπουργός Εξωτερικών Καζέμ Γκαριμπαμπαντί διαμήνυσε ότι τα Στενά δεν μπορούν να καταληφθούν ούτε με μια ανάρτηση ούτε με ένα αεροπλανοφόρο, απορρίπτοντας πλήρως τους ισχυρισμούς του Αμερικανού προέδρου.
Η νέα στρατηγική του Τραμπ
Σε αυτό το ρευστό τοπίο, σύμφωνα με ανάλυση του The Atlantic, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να καταφεύγει σε μια νέα, ιδιότυπη τακτική: να μην κάνει απολύτως τίποτα, δοκιμάζοντας τα όρια της δικής του υπομονής.
Όπως σημειώνει ο αναλυτής και δημοσιογράφος Τζόναθαν Λαμίρ, ο Τραμπ έχει δει κάθε προσπάθειά του για τον τερματισμό του πολέμου να προσκρούει σε τοίχο.
Η επανέναρξη στοχευμένων βομβαρδισμών δεν έφερε αποτέλεσμα, όπως δεν έφεραν και οι απειλές περί πλήρους καταστροφής του ιρανικού πολιτισμού. Κάθε φορά που ο Τραμπ διαλαλεί μια πιθανή διαπραγματευτική εξέλιξη, οι σκληροπυρηνικοί της Τεχεράνης φαίνεται να απολαμβάνουν να αλλάζουν τους όρους την τελευταία στιγμή.
Η κατάσταση θυμίζει ένα διαρκές παιχνίδι εμπαιγμού, όπου η Τεχεράνη υπόσχεται μια συμφωνία μόνο και μόνο για να τραβήξει το χαλί κάτω από τα πόδια της Ουάσινγκτον την τελευταία στιγμή — με το διακύβευμα αυτή τη φορά να είναι ο έλεγχος στα Στενά του Ορμούζ.
Οικονομικός στραγγαλισμός
Αφού τίποτα δεν απέδωσε, η νέα στρατηγική του Τραμπ είναι να μην κάνει τίποτα και να περιμένει, ελπίζοντας ότι ο χρόνος θα επιτύχει όσα δεν κατάφερε η στρατιωτική ισχύς.
Ο Αμερικανός Πρόεδρος υποβαθμίζει πλέον τόσο τη διπλωματία όσο και τη στρατιωτική δράση, εναποθέτοντας τις ελπίδες του στην οικονομική πίεση.
Η τακτική αυτή αποσκοπεί στο να αφήσει τις αυστηρές οικονομικές κυρώσεις και τον ναυτικό αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών να προκαλέσουν τέτοιο οικονομικό πλήγμα, ώστε να εξαναγκάσουν τελικά την Τεχεράνη σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις.
Ωστόσο, όπως υπογραμμίζει ο Λαμίρ, αυτή η τακτική απαιτεί από τον Τραμπ να επιδείξει υπομονή — ένα χαρακτηριστικό για το οποίο σίγουρα δεν φημίζεται. Σύμβουλοί του παραδέχονται ιδιωτικά ότι μία και μόνο οργισμένη ανάρτηση στο Truth Social θα μπορούσε να προκαλέσει μια κλιμάκωση που θα τίναζε στον αέρα τα πάντα.
Παράλληλα, όπως επισημαίνει το The Atlantic, υπάρχουν σοβαροί κίνδυνοι ακόμη κι αν η στρατηγική αυτή λειτουργήσει.
Αφενός, το Ιράν έχει εκπλήξει επανειλημμένα τις ΗΠΑ με την αντοχή που επιδεικνύει απέναντι στις οικονομικές πιέσεις. Αφετέρου, ο χρόνος που απαιτείται για να αποδώσει η οικονομική ασφυξία καθιστά σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα υπάρξει ούτε γρήγορη λύση στον πόλεμο, αλλά ούτε και άμεση υποχώρηση των τιμών της ενέργειας, προτού οι Ρεπουμπλικανοί κληθούν να υπερασπιστούν την πλειοψηφία τους στο Κογκρέσο στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Το αβέβαιο μέλλον της «υπομονής» Τραμπ
Όπως καταλήγει η ανάλυση του The Atlantic, κανείς στον Λευκό Οίκο δεν γνωρίζει αν ο Τραμπ θα διατηρήσει την υπομονή που απαιτεί το νέο σχέδιο. Ο Αμερικανός Πρόεδρος έχει δείξει να κουράζεται από τον πόλεμο, αλλά οι Ιρανοί ηγέτες έχουν αποδειχθεί εξαιρετικά ικανοί στο να τον προκαλούν.
Παράλληλα, οι πιέσεις από τους σκληροπυρηνικούς στο Κονγκρέσο, το Πεντάγωνο, αλλά και από τους Ρεπουμπλικανούς υποψηφίους που αγωνιούν για τις εκλογές του Νοεμβρίου λόγω των υψηλών τιμών των καυσίμων, ενδέχεται να τον σπρώξουν εκ νέου σε αλλαγή πλεύσης.
Όπως είχε δηλώσει παλαιότερα ο Στιβ Μπάνον, ειδικός σύμβουλος σε θέματα διακυβέρνησης και στρατηγικής, ο Τραμπ δεν προσπαθεί να κερδίσει έναν κύκλο ειδήσεων, αλλά «μια στιγμή, ένα δευτερόλεπτο δημοσιότητας».
Για την ώρα πάντως, ο Λευκός Οίκος θεωρεί ότι η καλύτερη κίνηση του Αμερικανού Προέδρου είναι να μην κάνει απολύτως τίποτα.