Σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη καμπή εισέρχεται η αντιπαράθεση Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, καθώς οι πληροφορίες για την επιχειρησιακή ετοιμότητα των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων επαναφέρουν στο προσκήνιο το ενδεχόμενο μιας νέας, μεγάλης στρατιωτικής επιχείρησης. Σύμφωνα με πληροφορίες που αποδίδονται σε ρεπορτάζ του CNN, ο αμερικανικός στρατός έχει επεξεργαστεί σχέδια τα οποία θα μπορούσαν να τεθούν σε εφαρμογή ακόμη και μέσα σε 96 ώρες από τη στιγμή που ο Ντόναλντ Τραμπ θα δώσει τη σχετική εντολή.
Η ύπαρξη επιχειρησιακού σχεδιασμού, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι έχει ληφθεί οριστική απόφαση για την επανέναρξη των επιθέσεων. Το κρίσιμο ερώτημα για τον Λευκό Οίκο είναι εάν μια νέα στρατιωτική επιχείρηση θα μπορούσε να εξασφαλίσει ουσιαστικές παραχωρήσεις από την Τεχεράνη ή εάν θα οδηγούσε τις ΗΠΑ σε μια παρατεταμένη σύγκρουση με απρόβλεπτες συνέπειες.
Την ίδια στιγμή, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου εμφανίζεται να επιδιώκει μια πιο αποφασιστική αντιμετώπιση του Ιράν, διατηρώντας ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων κοινών επιχειρήσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η διαχείριση της κρίσης αποκτά έτσι διπλή διάσταση: στρατιωτική, λόγω της ετοιμότητας των δυνάμεων στην περιοχή, και πολιτική, καθώς οι ηγεσίες των δύο χωρών καλούνται να σταθμίσουν το κόστος μιας νέας κλιμάκωσης.
Το σχέδιο των ΗΠΑ και το χρονικό παράθυρο των 96 ωρών
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, το αμερικανικό στρατιωτικό επιτελείο έχει εξετάσει ένα ευρύ φάσμα στόχων στο Ιράν, από στρατιωτικές εγκαταστάσεις έως κρίσιμες ενεργειακές και πυρηνικές υποδομές. Η πιθανή επιχείρηση θα μπορούσε να έχει μεγαλύτερη έκταση και διάρκεια από προηγούμενα πλήγματα, με στόχο την περαιτέρω αποδυνάμωση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της Τεχεράνης.
Οι 96 ώρες αποτελούν, σύμφωνα με το σχετικό ρεπορτάζ, εκτίμηση του χρόνου που θα απαιτούνταν για την ενεργοποίηση του σχεδιασμού μετά από μια προεδρική απόφαση. Δεν συνιστούν, ωστόσο, επιβεβαιωμένο χρονοδιάγραμμα επίθεσης ούτε απόδειξη ότι έχει αποφασιστεί η έναρξη νέων επιχειρήσεων.
Ο παράγοντας του χρόνου είναι ιδιαίτερα σημαντικός για τον Ντόναλντ Τραμπ. Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, που είναι προγραμματισμένες για τις 3 Νοεμβρίου, δημιουργούν πρόσθετες πολιτικές πιέσεις, καθώς μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση θα μπορούσε να επηρεάσει την κοινή γνώμη και να επιβαρύνει περαιτέρω την οικονομία μέσω των τιμών της ενέργειας.
Η Ουάσιγκτον βρίσκεται, επομένως, μπροστά σε μια δύσκολη εξίσωση: από τη μία πλευρά, διαθέτει τη στρατιωτική δυνατότητα να πλήξει εκ νέου το Ιράν· από την άλλη, καλείται να αξιολογήσει εάν το αναμενόμενο αποτέλεσμα δικαιολογεί τους κινδύνους μιας νέας πολεμικής αναμέτρησης.
Οι στόχοι της επιχείρησης και το ερώτημα της επόμενης ημέρας
Το εύρος των πιθανών στόχων αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία του αμερικανικού σχεδιασμού. Η συζήτηση δεν περιορίζεται πλέον στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις, αλλά επεκτείνεται σε υποδομές που συνδέονται με την ενεργειακή παραγωγή και το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Μεταξύ των σεναρίων που έχουν αναφερθεί βρίσκεται και η πιθανή χρήση της GBU-43/B, της ισχυρότερης μη πυρηνικής βόμβας των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, καθώς και η στοχοποίηση ιδιαίτερα οχυρωμένων εγκαταστάσεων που συνδέονται με το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα.
Μια τέτοια επιχείρηση θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές ζημιές στις υποδομές της χώρας. Δεν είναι, ωστόσο, δεδομένο ότι θα οδηγούσε στην οριστική εξουδετέρωση των πυρηνικών δυνατοτήτων της ή ότι θα ανάγκαζε την ιρανική ηγεσία να αποδεχθεί τους αμερικανικούς όρους.
Το ζήτημα είναι πρωτίστως στρατηγικό. Η καταστροφή εγκαταστάσεων δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με πολιτική υποχώρηση, ενώ η περαιτέρω αποδυνάμωση του Ιράν θα μπορούσε να ενισχύσει την αποφασιστικότητα της Τεχεράνης να συνεχίσει την αντιπαράθεση.
Παράλληλα, η περιορισμένη πρόσβαση των διεθνών επιθεωρητών σε κρίσιμες πυρηνικές εγκαταστάσεις περιπλέκει την αποτίμηση της κατάστασης του ιρανικού προγράμματος. Χωρίς αξιόπιστη εικόνα για τις εγκαταστάσεις και τα διαθέσιμα πυρηνικά υλικά, παραμένει δύσκολο να εκτιμηθεί με ακρίβεια ποιο αποτέλεσμα θα μπορούσε να επιτύχει μια νέα στρατιωτική επιχείρηση.
Η στρατηγική του Νετανιάχου και οι υπολογισμοί της Ουάσιγκτον
Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου εξακολουθεί να θεωρεί την αντιμετώπιση του Ιράν κεντρική προτεραιότητα της ισραηλινής πολιτικής ασφαλείας. Οι πρόσφατες δηλώσεις του για την ανάγκη ανατροπής της ιρανικής ηγεσίας, σε συνδυασμό με τις πληροφορίες για την προετοιμασία νέων στόχων από τον ισραηλινό στρατό, ενισχύουν την εκτίμηση ότι το Ισραήλ επιδιώκει να διατηρήσει την πίεση στην Τεχεράνη.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα που επικαλούνται πρόσωπα με γνώση των σχετικών συζητήσεων, η ισραηλινή πλευρά είχε εξετάσει το ενδεχόμενο νέων πληγμάτων νωρίτερα μέσα στον Οκτώβριο, αλλά η αμερικανική πλευρά εμφανίστηκε απρόθυμη να επιτρέψει την επανέναρξη των εχθροπραξιών πριν από τις αμερικανικές εκλογές.
Η στάση αυτή αναδεικνύει μια σημαντική διαφορά στις προτεραιότητες των δύο συμμάχων. Το Ισραήλ επιδιώκει να περιορίσει μακροπρόθεσμα την ιρανική απειλή, ενώ ο Τραμπ καλείται να συνυπολογίσει τις στρατιωτικές επιδιώξεις, το οικονομικό κόστος και τις πολιτικές συνέπειες μιας νέας σύγκρουσης.
Οι δύο πλευρές δεν είναι απαραίτητα αντίθετες ως προς την ανάγκη άσκησης πίεσης στην Τεχεράνη. Η διαφωνία αφορά κυρίως τον χρόνο, την έκταση και τον τελικό στόχο μιας πιθανής επιχείρησης.
Το σημαντικότερο ερώτημα παραμένει τι θα ακολουθήσει μετά τα πλήγματα. Εάν ο στόχος είναι η ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος, η στρατιωτική επιτυχία δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη ούτε να ταυτιστεί με την καταστροφή συγκεκριμένων υποδομών. Εάν, αντίθετα, επιδιώκεται μια συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα και την περιφερειακή ασφάλεια, η Ουάσιγκτον θα χρειαστεί να διαμορφώσει ένα σαφές πλαίσιο πολιτικής εξόδου από την κρίση.
Η απάντηση της Τεχεράνης και ο κίνδυνος διεύρυνσης του πολέμου
Η ιρανική ηγεσία έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει ότι μια νέα αμερικανική επίθεση δεν θα μείνει αναπάντητη. Η Τεχεράνη διαθέτει διαφορετικές επιλογές αντίδρασης, οι οποίες θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν πλήγματα κατά αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων, επιθέσεις εναντίον στόχων στην ευρύτερη περιοχή και ενέργειες που θα επηρέαζαν τη διεθνή ναυσιπλοΐα.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το ενδεχόμενο να επεκταθεί η αντιπαράθεση σε περισσότερες χώρες της Μέσης Ανατολής. Μια τέτοια εξέλιξη θα αύξανε τον κίνδυνο να εμπλακούν άμεσα ή έμμεσα περιφερειακές δυνάμεις, μετατρέποντας μια αμερικανοϊρανική αναμέτρηση σε ευρύτερη περιφερειακή κρίση.
Στο επίκεντρο βρίσκονται επίσης οι θαλάσσιες μεταφορές και οι κρίσιμες υποδομές. Έχουν διατυπωθεί προειδοποιήσεις για πιθανούς κινδύνους στα υποθαλάσσια τηλεπικοινωνιακά καλώδια του Περσικού Κόλπου, τα οποία εξυπηρετούν σημαντικό μέρος των διεθνών ψηφιακών επικοινωνιών. Τυχόν ζημιές θα μπορούσαν να προκαλέσουν σοβαρές διαταραχές στις τηλεπικοινωνίες και στις οικονομικές συναλλαγές της περιοχής.
Η στρατηγική της Τεχεράνης θα μπορούσε, συνεπώς, να στηριχθεί όχι μόνο στην άμεση στρατιωτική απάντηση, αλλά και στην αύξηση του οικονομικού και πολιτικού κόστους για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους.
Ωστόσο, η έκταση μιας τέτοιας αντίδρασης θα εξαρτηθεί από τους στόχους, την ένταση και τη διάρκεια των ενδεχόμενων αμερικανικών πληγμάτων, καθώς και από τους υπολογισμούς της ιρανικής ηγεσίας.
Τα Στενά του Ορμούζ και ο φόβος νέας ενεργειακής κρίσης
Η ασφάλεια των Στενών του Ορμούζ αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες της κρίσης. Από το συγκεκριμένο θαλάσσιο πέρασμα διακινείται μεγάλο μέρος του πετρελαίου που κατευθύνεται στις διεθνείς αγορές, γεγονός που καθιστά οποιαδήποτε διαταραχή ιδιαίτερα επικίνδυνη για την παγκόσμια οικονομία.
Μια νέα στρατιωτική αναμέτρηση θα μπορούσε να προκαλέσει άνοδο των τιμών του πετρελαίου, αύξηση του κόστους των θαλάσσιων μεταφορών και μεγαλύτερη αβεβαιότητα στις αγορές. Ακόμη και χωρίς παρατεταμένη διακοπή της ναυσιπλοΐας, ο φόβος για επιθέσεις σε πλοία ή ενεργειακές εγκαταστάσεις θα μπορούσε να ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις.
Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, οι επιπτώσεις θα μπορούσαν να αποτυπωθούν στις τιμές των καυσίμων, στο κόστος των μεταφορών και στις δαπάνες των επιχειρήσεων. Η ελληνική ναυτιλία, οι αερομεταφορές και οι ενεργοβόροι κλάδοι θα ήταν μεταξύ εκείνων που θα καλούνταν να αντιμετωπίσουν ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους και αβεβαιότητας.
Το ενεργειακό ζήτημα αποτελεί, επομένως, κάτι περισσότερο από μια παράπλευρη συνέπεια της σύγκρουσης. Είναι ένας από τους παράγοντες που θα επηρεάσουν άμεσα τις αποφάσεις της Ουάσιγκτον, καθώς μια παρατεταμένη κρίση θα μπορούσε να επιβαρύνει την αμερικανική οικονομία και να περιορίσει τα πολιτικά περιθώρια του Τραμπ.
Υπάρχει ακόμη περιθώριο διπλωματικής λύσης;
Παρά τη στρατιωτική κινητικότητα και τη σκληρή ρητορική, η διπλωματική οδός δεν έχει εκλείψει. Περιφερειακές δυνάμεις, μεταξύ των οποίων η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν, επιδιώκουν να διατηρήσουν ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας και να αποτρέψουν μια νέα γενικευμένη σύγκρουση.
Το βασικό εμπόδιο είναι η απόσταση ανάμεσα στις απαιτήσεις των δύο πλευρών. Οι ΗΠΑ επιδιώκουν περιορισμούς στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και εγγυήσεις ασφαλείας, ενώ η Τεχεράνη ζητά την άρση των πιέσεων που δέχεται και ουσιαστικές εγγυήσεις ότι οποιαδήποτε συμφωνία θα τηρηθεί.
Η δυσκολία έγκειται στο γεγονός ότι κάθε πλευρά φοβάται πως μια υποχώρηση θα εκληφθεί ως αδυναμία. Για τον Τραμπ, μια συμφωνία χωρίς απτά αποτελέσματα θα μπορούσε να θεωρηθεί αποτυχία της αμερικανικής πολιτικής. Για την ιρανική ηγεσία, η αποδοχή των αμερικανικών όρων υπό στρατιωτική πίεση θα μπορούσε να έχει σημαντικό εσωτερικό πολιτικό κόστος.
Παρά τα εμπόδια, μια διπλωματική διευθέτηση παραμένει το σενάριο που θα μπορούσε να περιορίσει τον κίνδυνο ευρύτερου πολέμου και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μεγαλύτερη σταθερότητα στην περιοχή.
Το μεγάλο δίλημμα του Τραμπ
Η επόμενη φάση της κρίσης θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το εάν ο Αμερικανός πρόεδρος θα επιλέξει να αξιοποιήσει τη στρατιωτική ετοιμότητα των ενόπλων δυνάμεων ή εάν θα επιδιώξει να διατηρήσει ανοιχτό το παράθυρο των διαπραγματεύσεων.
Μια νέα επίθεση θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές ζημιές στις ιρανικές στρατιωτικές και ενεργειακές υποδομές. Δεν θα εξασφάλιζε, όμως, κατ’ ανάγκη την επίτευξη των πολιτικών στόχων της Ουάσιγκτον. Αντίθετα, θα μπορούσε να προκαλέσει αντίποινα, να εντείνει την αστάθεια στον Περσικό Κόλπο και να αυξήσει το κόστος της σύγκρουσης για την παγκόσμια οικονομία.
Τρία βασικά σενάρια διαγράφονται: μια περιορισμένη συμφωνία αποκλιμάκωσης, μια νέα στρατιωτική επιχείρηση με συγκεκριμένους στόχους ή μια ευρύτερη σύγκρουση με συμμετοχή περισσότερων περιφερειακών δυνάμεων.
Το τελευταίο ενδεχόμενο είναι και το πιο επικίνδυνο, καθώς θα μπορούσε να συνδυάσει παρατεταμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις, ενεργειακές αναταράξεις και βαθύτερη αποσταθεροποίηση της Μέσης Ανατολής.
Οι πληροφορίες για δυνατότητα ενεργοποίησης των αμερικανικών σχεδίων μέσα σε 96 ώρες αναδεικνύουν το επίπεδο της στρατιωτικής προετοιμασίας. Δεν προδικάζουν, ωστόσο, την απόφαση του Λευκού Οίκου ούτε την έκβαση μιας ενδεχόμενης επιχείρησης.
Το πραγματικό διακύβευμα για τον Τραμπ δεν είναι μόνο εάν οι ΗΠΑ μπορούν να εξαπολύσουν ένα ισχυρό πλήγμα κατά του Ιράν. Είναι εάν μπορούν να εξασφαλίσουν ένα βιώσιμο πολιτικό αποτέλεσμα χωρίς να οδηγηθούν σε μια νέα, ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.
Και όσο η στρατιωτική επιλογή παραμένει στο τραπέζι, τόσο περιορίζεται ο χρόνος για μια διπλωματική διευθέτηση που θα μπορούσε να αποτρέψει μια ακόμη πιο επικίνδυνη κρίση στη Μέση Ανατολή.
Το… άβολο σχόλιο Τραμπ για τα οπίσθια της Nicki Minaj
Axios: Ο Νετανιάχου πίεσε τον Τραμπ να διπλασιάσει την υποστήριξή του πριν από τις ισραηλινές Εκλογές
Ακολουθήστε το Lykavitos.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις