Σε αδιέξοδο κινδυνεύουν να βρεθούν χιλιάδες ευρωπαϊκές εταιρείες, οι οποίες παραμένουν ακόμη και σήμερα εγκλωβισμένες στη Ρωσία, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση επεξεργάζεται σχέδιο στήριξης τους, ώστε να εγκαταλείψουν το συντομότερο δυνατόν τη χώρα. 

Οι χώρες της Ε.Ε. που έχουν άμεσο συμφέρον από την παρουσία χιλιάδων εταιρειών τους στη χώρα του εισβολέα, ετοιμάζονται να τις βοηθήσουν για να εγκαταλείψουν τη Ρωσία, εν μέσω του αυξανόμενου κινδύνου να φορολογηθούν επιπλέον λόγω πολέμου. 

Στις χώρες της Δύσης εδώ και καιρό υπάρχει η... πληροφορία, ότι αργά ή γρήγορα η Ρωσία θα αναγκαστεί να επιβάλλει υψηλότερους φόρους, προκειμένου να χρηματοδοτήσει την πολεμική της μηχανή. Αυτό σημαίνει ότι χιλιάδες ευρωπαϊκές εταιρείες που δραστηριοποιούνται εκεί θα γίνουν επί της ουσίας... χρηματοδότες των πολεμικών σχεδίων του Πούτιν! Μια τέτοια εξέλιξη κρίνεται ως... ανεπίτρεπτη από την πλευρά της Ευρώπης και για τον λόγο αυτό δρομολογούνται εξελίξεις μέσα στους επόμενους μήνες. 

Η Ε.Ε. έχει επιβάλει πάγωμα περιουσιακών στοιχείων σε περισσότερα από 1.600 ρωσικά φυσικά και νομικά πρόσωπα από την έναρξη του πολέμου. Η Ε.Ε. είχε επίσης απαγορεύσει στις ευρωπαϊκές δικηγορικές εταιρείες να παρέχουν εμπορικές υπηρεσίες σε Ρώσους πελάτες. 

Περισσότερες από 1.000 ξένες επιχειρήσεις έχουν ήδη εγκαταλείψει τη Ρωσία τον τελευταίο χρόνο, σύμφωνα με έναν τρέχοντα απολογισμό που τηρείται από το Πανεπιστήμιο Yale στις ΗΠΑ και ενημερώθηκε τελευταία φορά στις 16 Μαΐου. Ωστόσο, δεκάδες μεγάλες εταιρείες με έδρα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξακολουθούν να είναι παρούσες στη ρωσική αγορά. Σε αυτές περιλαμβάνονται ορισμένες από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τράπεζες (Deutsche Bank, ING Bank, Raiffeisen Bank International, UniCredit) και ενεργειακές εταιρείες (Engie, OMV και Total). 

Μάλιστα, περιλαμβάνει γνωστές μάρκες μόδας, όπως η Armani, η Benetton, η Diesel και η Lacoste. Περιλαμβάνει επίσης: Την αυστριακή εταιρεία παραγωγής ενεργειακών ποτών Red Bull, τη δανέζικη εταιρεία παραγωγής ιατρικού εξοπλισμού Coloplast, την ολλανδική εταιρεία καταναλωτικών αγαθών Philips και την εταιρεία ποτών Heineken, την εσθονική εταιρεία ταξί Bolt, τη γαλλική αλυσίδα ξενοδοχείων Accor και την εταιρεία καλλυντικών Clarins, καθώς και τη γερμανική εταιρεία μηχανικών Bosch.

Το υψηλό ρίσκο παραμονής

Τους τελευταίους 12 μήνες, η παραμονή στη Ρωσία ήταν ένα υπολογισμένο στοίχημα του ρίσκου φήμης έναντι της οικονομικής ανταμοιβής. 

Για παράδειγμα, η αξία της μετοχής της αυστριακής Raiffeisen Bank International έχει μειωθεί κατά 40% μετά τον πόλεμο λόγω της δυσφήμισης της παραμονής στη θέση της. Δηλαδή, οι αγορές υποτίμησαν τη μετοχή ενσωματώνοντας το ρίσκο της παραμονής στη Ρωσία, αλλά και το ενδεχόμενο να υποστεί και νέα κάμψη στα μεγέθη της, λόγω έκτακτης φορολογίας. Την ίδια στιγμή, τα κέρδη από τις ρωσικές δραστηριότητές της "σκαρφάλωσαν" σε επίπεδο ρεκόρ, στα 2,2 δισ. ευρώ το 2022, αντιπροσωπεύοντας περισσότερο από το 60% των συνολικών κερδών, σύμφωνα με την ανεξάρτητη ρωσική εφημερίδα Novaya Gazeta.

Επί της ουσίας, χιλιάδες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις είτε μείνουν, είτε φύγουν από τη Ρωσία, θα κληθούν να πληρώσουν ένα πολύ μεγάλο κόστος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους μετόχους αλλά και τη χρηματιστηριακή συμπεριφορά τους. Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι πολλές επιχειρήσεις σκέφτονται να φύγουν και από την Τουρκία, αν δουν ότι η νέα κυβέρνηση Ερντογάν δεν αλλάζει... μυαλά. Σε κάθε περίπτωση, εκτιμάται ότι οι εξελίξεις αυτές μπορεί να ευνοήσουν την Ελλάδα, η οποία θα μπορούσε να γίνει υποδοχέας επενδύσεων, πολλών δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ.

Σχέδιο... απόδρασης υπό τον φόβο υψηλότερης φορολόγησης 

Η Ρωσία έκανε τα πράγματα ακόμη πιο δύσκολα τον Μάρτιο λέγοντας ότι οι ξένες επιχειρήσεις έπρεπε να πληρώσουν φόρο 10% επί των περιουσιακών στοιχείων που πουλούσαν αν έφευγαν. 

"Δημιουργούμε συνθήκες ώστε η αποχώρηση από τη χώρα να μην είναι επωφελής για τις ξένες επιχειρήσεις", είχε δήλωσε τότε ο Ρώσος υπουργός Οικονομικών Αντόν Σιλουάνοφ στο τηλεοπτικό κανάλι Russia 24. Αλλά για όλα αυτά, η νομοθεσία θα μπορούσε να καταστήσει την παραμονή έναν ακόμη μεγαλύτερο οικονομικό και ηθικό κίνδυνο από ό,τι πριν. Μέχρι τώρα, οι περισσότερες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις δεν πλήρωναν σχεδόν καθόλου φόρους εντός της Ρωσίας για τα κέρδη τους εκεί, λόγω των ευνοϊκών συνθηκών διπλής φορολόγησης. 

Από την άλλη πλευρά, πρέπει να σημειωθεί ότι τον Μάρτιο, το υπουργείο Οικονομικών πρότεινε το πάγωμα τέτοιων φορολογικών συμφωνιών με περίπου 40 μη φιλικές χώρες που επέβαλαν κυρώσεις στη Ρωσία, μεταξύ αυτών και οι 27 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Ο Πούτιν δεν έχει ακόμη εφαρμόσει την πρόταση, αλλά πρόκειται για ένα προεδρικό διάταγμα που θα μπορούσε να συμβεί από μέρα σε μέρα. Ο Πούτιν ζήτησε επίσης δημοσίως από την κυβέρνηση του, στις 2 Μαΐου, να διευκρινίσει πώς θα χειριστεί στο μέλλον τις πληρωμές μερισμάτων στους μετόχους από τα φιλικά κράτη. 

Σύμφωνα με μια ρωσική πηγή που ζήτησε να μην κατονομαστεί λόγω της ευαισθησίας των πληροφοριών, οι νέοι κανόνες θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην επιβολή φόρου έως και 25% στα ρωσικά κέρδη των εταιρειών της Ε.Ε., όπως η Armani, η Clarins, η Raiffeisen και οι υπόλοιπες που έμειναν.