Η επιστολή πέντε βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας σε εφημερίδα συγκροτήματος που είναι απέναντι στην κυβέρνηση, σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας της, έχει θορυβήσει αλλά και εξοργίσει το Μαξίμου.
Γράφει ο Λουκάς Γεωργιάδης
Πλέον, δεν είναι λίγοι αυτοί που πιστεύουν ότι έχουν ξεκινήσει... ανακατωσούρες, ανάλογες με αυτές του 1993, όταν ο Αντώνης Σαμαράς έριξε την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη! Όμως, δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι οι σημερινές συνθήκες, ελάχιστη σχέση έχουν με την τότε εποχή, με βάση την πλέον sic προσέγγιση. Κατ΄ αρχάς είναι εντελώς διαφορετικά τα εκλογικά κοινά σήμερα, ενώ τότε είχαμε στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας ένα εθνικό θέμα.
Από την άλλη πλευρά, η τότε κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη πήγε να... ξεμάθει την... κακομηθημένη “παπανδρεϊκή Ελλάδα”, εφαρμόζοντας ένα φιλόδοξο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής για να μην μας “καταπιεί” το δημόσιο χρέος. Τότε, ο Αντώνης Σαμαράς ήταν νέος και είχε φιλοδοξίες να φτάσει ψηλά, όπως και έγινε το 2012, που ως αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας, έγινε πρωθυπουργός. Αυτά ήταν τότε, αλλά, άλλα ισχύουν σήμερα...
Γιατί όσοι αποπειραθούν να ρίξουν τον Μητσοτάκη θα τον κάνουν πιο ισχυρό!
Αυτό που δεν αντιλαμβάνονται πολλοί, είναι ότι όσοι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας επιχειρήσουν να ρίξουν τον Μητσοτάκη, απλά θα τον κάνουν πιο ισχυρό, για τον πολύ απλούστατο λόγο ότι δεν έχει αντίπαλο!
Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψιν ότι ο Μεσσήνιος πολιτικός έχει βάλει σαν στόχο... ζωής την πτώση του Κυριάκου Μητσοτάκη, όσοι ονειρεύονται αποστασίες και πρόωρες εκλογές, μάλλον θα... χάσουν. Αν πέσει ο Μητσοτάκης πρόωρα και πάμε σε εκλογές, τότε, μέσα από δεύτερες ή και τρίτες, θα βγει πιο ισχυρός! Επίσης, δεν πρέπει να διαφεύγει από κανέναν, ότι με τη στήριξη ΗΠΑ και μιας κεντροδεξιάς Ευρωπαϊκής Ένωσης, μάλλον κάποιοι θα πάνε... κουβά, ακόμη και αν η Νέα Δημοκρατία δεν κερδίσει την αυτοδυναμία...
Ο Μητσοτάκης, έστω και... τσαλακωμένος είναι ο ρυθμιστής των εξελίξεων και με τις πιέσεις που θα ακολουθήσουν από το εξωτερικό, δύσκολα το ΠΑΣΟΚ θα επιμείνει σε μια “σκληρή” γραμμή για κυβέρνηση χωρίς αυτόν πρωθυπουργό. Από την άλλη, οι δημόσιες “μπηχτές” για το επιτελικό κράτος, οι οποίες υποκρύπτουν πικρία για τη μη (υφ)υπουργοποίηση κάποιων, αλλά και αγωνία για τη μη επανεκλογή τους στις προσεχείς εκλογές, αποτελούν ένα δεδομένο που το Μέγαρο Μαξίμου, δεν πρέπει να αγνοήσει...
Τότε και τώρα...
Σήμερα, οι διαφορές στο πολιτικό, κοινωνικό και επικοινωνιακό περιβάλλον είναι τόσο χαοτικές, που καθιστούν κάθε σύγκριση ανάμεσα στο 1993 και το 2026, ως παρακινδυνευμένη και ανεδαφική.
Το 1993, η Ελλάδα δεν μπορούσε να διαφοροποιηθεί από τις εξελίξεις σε έναν κόσμο που μόλις είχε βγει από τον Ψυχρό Πόλεμο μετά την κατάρρευση της τότε Σοβιετικής Ένωσης. Η πτώση της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη δεν ήταν αποτέλεσμα μιας γενικευμένης φθοράς στις δημοσκοπήσεις, αλλά μιας μετωπικής σύγκρουσης για την εθνική ταυτότητα. Το “Μακεδονικό” ήταν ο καταλύτης που επιτάχυνε τις εξελίξεις σε μια Ελλάδα, όπου για πρώτη φορά μετά τη διακυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου, κυριαρχούσαν στο πολιτικό λεξιλόγιο οι “απαγορευμένες” λέξεις “πρωτογενή πλεονάσματα”, “ιδιωτικοποιήσεις”, “διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις”.
Τότε, το πολιτικό σύστημα ήταν αυστηρά δικομματικό. Όσοι δεν ήθελαν τον Ανδρέα το 1989 πήγαν στη ΝΔ και το 1993 όσοι ήθελαν να φύγει η ΝΔ, πήγαν στο ΠΑΣΟΚ. Τα υπόλοιπα 2-3 κόμματα της Βουλής, ήταν απλοί θεατές που δεν μπορούσαν να διαμορφώσουν τις εξελίξεις. Τότε, ο Ανδρέας Παπανδρέου περίμενε ως “ώριμο φρούτο” την πτώση της ΝΔ, ενώ η κοινωνία ήταν ξεκάθαρα πολωμένη. Σήμερα, το σκηνικό είναι πολύ διαφορετικό και μάλιστα σε θεαματικό βαθμό.
Επίσης, η σημερινή ΝΔ υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη δεν αντιμετωπίζει κάποιο αντίπαλο δέος της αντιπολίτευσης. Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται σχεδόν στο μισό των ποσοστών που συγκεντρώνει η ΝΔ στις δημοσκοπήσεις, ο Τσίπρας θα δώσει μάχη με τον Ανδρουλάκη για τη δεύτερη θέση, ενώ σφήνα μπορεί να μπει και το κόμμα Καρυστιανού. Σε αυτούς προστίθενται η Κωνσταντοπούλου, ο Βελόπουλος, ο Φάμελλος (εάν υπάρχει ΣΥΡΙΖΑ έως τις εκλογές...), ο Νατσιός, ο Βαρουφάκης και ο Κασσελάκης, ολοκληρώνοντας τον... θίασο του αντι-Μητσοτακικού μπλοκ!
Η πολυδιάσπαση των αντίπαλων “μπλοκ” καθιστά τον Μητσοτάκη ως κυρίαρχο του παιχνιδιού, παρά τα όσα εμπόδια αντιμετωπίζει το κυβερνών κόμμα. Κανένας από αυτούς δεν έχει πείσει ότι αποτελεί κυβερνητική εναλλακτική και μάλιστα, μια συγκυβέρνηση ηττημένων θα απαιτήσει τη συνεργασία 4 κομμάτων, δημιουργώντας έναν πολιτικό “αχταρμά”, τον οποίο θα πληρώσει η χώρα πολύ ακριβά με όρους μη αποδοχής από τις αγορές. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, οι πολίτες θα αντιληφθούν πολύ σύντομα το πλήγμα στο ελληνικό success story, ακούγοντας και πάλι για φόρους, περικοπές και μέτρα που θα θυμίζουν μνημονιακή εποχή.
Σε αντίθεση με το 1993, όπου η πτώση της κυβέρνησης έγινε για ένα μεγάλο ιδεολογικό ζήτημα, το 2026, η δυσαρέσκεια έχει εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά. Οι βουλευτές που ασκούν κριτική σήμερα δεν φαίνεται να επιδιώκουν την πτώση της κυβέρνησης, αλλά την επαναδιαπραγμάτευση του ρόλου τους μέσα σε αυτήν. Δεν θέλουν ευθεία ανατροπή, αλλά μια ελεγχόμενη φθορά, η οποία θα φέρει στο προσκήνιο τους... παραγκωνισμένους.
Πάντως, εδώ που τα λέμε, όσοι... γαργαλιούνται με τον Μητσοτάκη, κατά βάθος δεν θέλουν να αποστατήσουν ή να ρίξουν την κυβέρνηση, αλλά θέλουν να καταστήσουν σαφές ότι το “επιτελικό κράτος” χρειάζεται και αυτούς. Πολλοί είναι αυτοί οι οποίοι εκφράζουν παράπονα για ένα κλειστό σύστημα εξουσίας, το οποίο κινείται περισσότερο τεχνοκρατικά και λιγότερο με παραδοσιακούς όρους προσέγγισης της βάσης της δεξιάς παράταξης. Ωστόσο, όλοι πρέπει να γνωρίζουν ότι σήμερα το παιχνίδι δεν γίνεται με όρους... βλαχοδημάρχου της δεκαετίας του ΄80 και του ΄90, αλλά με σύγχρονα τεχνοκρατικά μοντέλα. Είτε αρέσει σε κάποιους, είτε όχι, αυτή είναι η αλήθεια...
Μπορεί να μην κινδυνεύει ο Μητσοτάκης, αλλά...
Ουδείς ισχυρίζεται ότι τα πάντα γίνονται τέλεια, ενώ στο Μέγαρο Μαξίμου πρέπει να λάβουν υπόψιν τους ότι δεν πρέπει να απομακρυνθούν από ένα παραδοσιακό δεξιό ακροατήριο, το οποίο θέλει να υπερ-τονίσει τους όρους “πατριωτισμός” και “εθνικός”.
Ο πρωθυπουργός πρέπει να επιχειρήσει μια μεγαλύτερη στροφή στην πολιτική με ένα ελαφρύ “φρένο” στα θέματα τεχνοκρατικής διαχείρισης και λίγο παραπάνω... γκάζι στα θέματα που αγγίζουν την παραδοσιακή βάση του κόμματος. Επιπλέον, μαζί με τους συνεργάτες του, πρέπει να αντιληφθεί ότι για ένα σημαντικό τμήμα της κοινοβουλευτικής ομάδας, το κέντρο λήψης αποφάσεων είναι απρόσιτο, με αποτέλεσμα πολλοί βουλευτές να αισθάνονται... ξένοι μέσα στο ίδιο τους το... σπίτι!
Η πιθανότητα ενός Καραμανλικού και Σαμαρικού “πουσαρίσματος” στη ΝΔ είναι πολύ μικρή έως μηδενική. Όποιοι βουλευτές σκέφτονται να ρίξουν τον Μητσοτάκη, προφανώς, θα το κάνουν από γινάτι και εκδίκηση, γιατί δεν πρόκειται να επανεκλεγούν. Όποιος τολμήσει να ρίξει τον κυρίαρχο του πολιτικού παιχνιδιού, απλά θα μείνει πολιτικά άστεγος, καθώς μιλάμε για ένα κατακερματισμένο τοπίο.
Ο Σαμαράς στα 75 του χρόνια είναι πολιτικά τελειωμένος και φανταζόμαστε ότι δεν θα θέλει να τινάξει στον αέρα την υστεροφημία του, παίρνοντας πάνω του ακόμη ένα αμάρτημα, δηλαδή, το πλήγμα στην παράταξη που ηγήθηκε και ήταν τόσο... κιμπάρικη μαζί του! Επιπλέον, πρέπει να διαλέξει, εάν θα κάνει κόμμα για να ρίξει τον Μητσοτάκη και να βάλει σε κίνδυνο το ελληνικό success story ή θα λειτουργήσει ως ιδεολογικός καθοδηγητής. Αν πιστεύει ότι μπορεί να είναι ένας επιχειρησιακός “παίκτης” μιας νέας αποστασίας, απλά θα υπογράψει την παντοτινή πολιτική καταδίκη του. Η κριτική του... οργισμένου Αντώνη είναι χρήσιμη για να πιέζει την κυβέρνηση δημιουργικά, αλλά το μένος του για τον Μητσοτάκη αποτελεί κακό σύμβουλο, που τον καθιστά επικίνδυνο όχι για τη ΝΔ, αλλά για την επόμενη μέρα των εκλογών και τα συμφέροντα της χώρας σε μια ιδιαίτερα ταραγμένη εποχή...
Γιατί οι ανέξοδες υποσχέσεις της Αντιπολίτευσης γυρίζουν μπούμερανγκ - Πώς το μοντέλο Μητσοτάκη θωρακίζει τη χώρα
Ο Τσίπρας μιλά για κανονικότητα, όμως η κοινωνία δεν ξεχνά το χάος
Ακολουθήστε το Lykavitos.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις