Το ακαθάριστο ομοσπονδιακό χρέος των ΗΠΑ ξεπέρασε για πρώτη φορά τα 40 τρισ. δολάρια, φέρνοντας ξανά στο προσκήνιο ένα πρόβλημα που για χρόνια έμοιαζε διαχειρίσιμο, αλλά πλέον αρχίζει να αφήνει όλο και βαθύτερο αποτύπωμα στις αγορές, στα επιτόκια και στην πραγματική οικονομία.
Το νέο ορόσημο ήταν αναμενόμενο. Αυτό δεν το κάνει λιγότερο ανησυχητικό. Το αμερικανικό χρέος αυξάνεται, σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το BBC, κατά περίπου 90.000 δολάρια το δευτερόλεπτο ή σχεδόν 7,8 δισ. δολάρια την ημέρα.
Για να γίνει αντιληπτή η ταχύτητα της αύξησης, χρειάστηκαν σχεδόν δύο αιώνες για να φτάσει το χρέος των ΗΠΑ στο πρώτο 1 τρισ. δολάρια, το 1981. Σήμερα, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δαπανά περίπου αυτό το ποσό μέσα σε ένα χρόνο μόνο για τους καθαρούς τόκους.
Στις αρχές της πρώτης προεδρικής θητείας του Ντόναλντ Τραμπ, τον Ιανουάριο του 2017, το χρέος βρισκόταν λίγο κάτω από τα 20 τρισ. δολάρια. Σε λιγότερο από μία δεκαετία διπλασιάστηκε. Η εκτίναξη του χρέους δεν προέκυψε από μία μόνο απόφαση ή μία κυβέρνηση. Είναι το αποτέλεσμα διαδοχικών ελλειμμάτων, καθώς οι ομοσπονδιακές δαπάνες αυξάνονταν ταχύτερα από τα έσοδα.
Οι παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 και της πανδημίας, οι φορολογικές μειώσεις, η αύξηση των δαπανών για κοινωνικά και υγειονομικά προγράμματα και τα πακέτα στήριξης που εφαρμόστηκαν τόσο επί Τραμπ όσο και επί Τζο Μπάιντεν διεύρυναν σταδιακά το χρηματοδοτικό κενό.
Η διαφορά σήμερα είναι το κόστος του χρήματος. Για χρόνια, τα πολύ χαμηλά επιτόκια επέτρεπαν στην Ουάσιγκτον να δανείζεται φθηνά, περιορίζοντας τις άμεσες επιπτώσεις της συσσώρευσης χρέους. Μετά το πληθωριστικό κύμα και τις αυξήσεις επιτοκίων, αυτή η συνθήκη έχει ανατραπεί.
Καθώς τα παλαιότερα ομόλογα λήγουν και αντικαθίστανται από νέες εκδόσεις με υψηλότερες αποδόσεις, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους ανεβαίνει ακόμη και χωρίς νέα δημοσιονομικά μέτρα.
Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου προβλέπει ότι οι καθαρές δαπάνες για τόκους θα ξεπεράσουν το 1 τρισ. δολάρια το 2026, από 970 δισ. δολάρια το 2025. Εως το 2036 αναμένεται να υπερδιπλασιαστούν, φτάνοντας στα 2,1 τρισ. δολάρια ή το 4,6% του αμερικανικού ΑΕΠ.
Οι τόκοι απορροφούν ήδη ποσό αντίστοιχο με σχεδόν το 20% των φορολογικών εσόδων και είναι υψηλότεροι από τις αμυντικές δαπάνες. Πρόκειται για χρήματα που δεν μπορούν να κατευθυνθούν σε υποδομές, υγεία, εκπαίδευση ή στην αντιμετώπιση μιας νέας κρίσης.
Ο αριθμός των 40 τρισ. δολαρίων αφορά το συνολικό ομοσπονδιακό χρέος, στο οποίο περιλαμβάνονται τόσο τα ομόλογα που κατέχουν επενδυτές όσο και τίτλοι που βρίσκονται σε λογαριασμούς της ίδιας της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.
Για τις αγορές, μεγαλύτερη σημασία έχει το χρέος που βρίσκεται στα χέρια του κοινού, δηλαδή επενδυτών, τραπεζών, funds, ξένων κυβερνήσεων και της Federal Reserve. Το μέγεθος αυτό αναμένεται να διαμορφωθεί στο 101% του ΑΕΠ στο τέλος του 2026 και να φτάσει στο 120% έως το 2036, ξεπερνώντας το ιστορικό υψηλό που καταγράφηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το συνολικό ομοσπονδιακό χρέος, σύμφωνα με το βασικό σενάριο του CBO, θα φτάσει περίπου στα 64 τρισ. δολάρια το 2036.
Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να διαθέτουν δύο κρίσιμα πλεονεκτήματα: παραμένουν η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, ενώ το δολάριο αποτελεί το βασικό διεθνές αποθεματικό νόμισμα. Αυτό τους επιτρέπει να δανείζονται σε κλίμακα και για χρονικό διάστημα που θα ήταν αδύνατο για τις περισσότερες χώρες. Δεν τους εξασφαλίζει, όμως, απεριόριστη πίστωση. Ο κίνδυνος είναι η δημιουργία ενός φαύλου κύκλου: όσο οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις, τόσο ακριβότερη γίνεται η εξυπηρέτηση του χρέους· και όσο αυξάνονται οι τόκοι, τόσο περισσότερο πρέπει να δανείζεται το κράτος.
Δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο ποσοστό χρέους στο οποίο ξεσπά αυτομάτως κρίση. Αν, όμως, η αγορά αρχίσει να αμφισβητεί τη δυνατότητα ή την πολιτική βούληση της Ουάσιγκτον να ελέγξει τα ελλείμματα, μια απότομη πώληση αμερικανικών ομολόγων θα μπορούσε να προκαλέσει ευρύτερη χρηματοπιστωτική αναταραχή.
Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων λειτουργούν ως σημείο αναφοράς για μεγάλο μέρος της αμερικανικής οικονομίας. Οταν ανεβαίνουν, αυξάνονται συνήθως και τα επιτόκια των στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων, των πιστωτικών καρτών και της χρηματοδότησης αυτοκινήτων.
Οι επιχειρήσεις πληρώνουν επίσης ακριβότερα για να δανειστούν. Μέρος αυτού του κόστους μεταφέρεται στους καταναλωτές μέσω υψηλότερων τιμών, ενώ οι επενδύσεις και οι προσλήψεις μπορεί να περιοριστούν. Οι επιπτώσεις δεν σταματούν στα αμερικανικά σύνορα. Τα αμερικανικά ομόλογα αποτελούν τη βάση τιμολόγησης για μεγάλο μέρος του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η άνοδος των αποδόσεών τους ανεβάζει το κόστος δανεισμού και για άλλες κυβερνήσεις και επιχειρήσεις, ιδίως στις πιο ευάλωτες οικονομίες. Οπως το θέτει ο οικονομολόγος Μοχάμεντ Ελ-Εριάν, «ό,τι συμβαίνει στις ΗΠΑ δεν μένει ποτέ στις ΗΠΑ».
Ο Ελ-Εριάν δεν αναμένει ουσιαστική αποκλιμάκωση του ελλείμματος στα επόμενα δύο έως τρία χρόνια, καθώς η πολιτική συζήτηση εξακολουθεί να περιστρέφεται περισσότερο γύρω από νέες φορολογικές μειώσεις παρά από τον περιορισμό του δανεισμού. Η υπέρβαση των 40 τρισ. δολαρίων δεν αποτελεί ακόμη κόκκινο συναγερμό. Είναι, όμως, μια καθαρή κίτρινη προειδοποίηση: οι ΗΠΑ διαθέτουν ακόμη χρόνο, αλλά κάθε νέο τρισ. χρέους κάνει την έξοδο ακριβότερη τόσο για την αμερικανική οικονομία όσο και για τον υπόλοιπο κόσμο.
Ο Τραμπ εξετάζει την μετονομασία της Λίμνης Οντάριο σε «Λίμνη Αμερικής»
Εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ - Καναδά: Η Οτάβα απαντά με δασμούς έως και 50%
Ακολουθήστε το Lykavitos.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις