Η Νορβηγία βρίσκεται στο επίκεντρο διεθνούς προσοχής, μετά τις εξελίξεις γύρω από τον πρώην πρωθυπουργό και πρώην γενικό γραμματέα του Συμβούλιο της Ευρώπης, Θόρμπγιορν Γιάγκλαντ.

Το Συμβούλιο της Ευρώπης προχώρησε στην άρση της διπλωματικής του ασυλίας, ανοίγοντας τον δρόμο για τη διερεύνηση υπόθεσης που αφορά πιθανές σχέσεις του με τον Αμερικανό χρηματιστή Τζέφρι Έπστιν.

Η έρευνα και το νομικό πλαίσιο

Η υπόθεση διερευνάται από την υπηρεσία οικονομικού εγκλήματος της νορβηγικής αστυνομίας.


Η ασυλία που απολάμβανε ο Γιάγκλαντ κάλυπτε πράξεις σχετιζόμενες με την άσκηση των καθηκόντων του κατά την περίοδο 2009–2019, όταν ηγείτο του οργανισμού με έδρα το Στρασβούργο.

Η άρση της ασυλίας δεν συνιστά ενοχή, αλλά διευκολύνει τη δικαστική διερεύνηση.

Ο συνήγορός του υποστηρίζει ότι ο πελάτης του αρνείται κάθε παράνομη πράξη και δηλώνει πρόθυμος να συνεργαστεί πλήρως με τις αρχές.

Στο κάδρο και άλλα πρόσωπα

Η υπόθεση έχει προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις, καθώς στο δημόσιο διάλογο αναφέρονται και άλλα πρόσωπα της νορβηγικής και διεθνούς σκηνής, όπως:

  • Η πριγκίπισσα διάδοχος Μέτε-Μάριτ

  • Ο επικεφαλής του World Economic Forum, Μπέργκε Μπρέντε

  • Η διπλωμάτης Μόνα Γιουλ

  • Ο σύζυγός της, Τέργε Ρεντ-Λάρσεν

Μέχρι στιγμής, δεν υπάρχουν επίσημες κατηγορίες εις βάρος των παραπάνω προσώπων, ωστόσο η διεθνής δημοσιότητα έχει εντείνει την πίεση.

Πολιτικές και διπλωματικές επιπτώσεις

Η Νορβηγία, χώρα με ισχυρό θεσμικό αποτύπωμα στη διεθνή διπλωματία και έδρα της Επιτροπής Νόμπελ Ειρήνης, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια υπόθεση που αγγίζει τον πυρήνα της πολιτικής της αξιοπιστίας.

Η δημοσιοποίηση νέων εγγράφων από το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης έδωσε νέα ώθηση στην έρευνα, ενώ ευρωπαϊκοί κύκλοι παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις.

Το πολιτικό διακύβευμα είναι σαφές:


Η διαφάνεια και η θεσμική λογοδοσία τίθενται στο μικροσκόπιο.