Το ποίημα της Κυριακής: Οι ήρωες του 1821
Στης λευτεριάς το κάλεσμα, σηκώθηκε η φωτιά, κι οι σκλάβοι γίναν άνεμος, που σπάει τη σκλαβιά. Με όρκο γράψαν τη ζωή σε πέτρα και σπαθιά, φωνάζ...
Στης λευτεριάς το κάλεσμα, σηκώθηκε η φωτιά, κι οι σκλάβοι γίναν άνεμος, που σπάει τη σκλαβιά. Με όρκο γράψαν τη ζωή σε πέτρα και σπαθιά, φωνάζ...
Στων δέντρων τις καινούριες φυλλωσιές γεννήθηκε το γέλιο σου σαν φως, κι ο άνεμος μοσχοβολάει ελπίδα κάθε φορά που λες το όνομά μου. Τα χέρια σο...
Μάρτης μ’ ήλιο και βροχή, πότε γελά πότε θυμώνει, μια κλαίει σαν το χειμώνα, μια σαν άνοιξη ζυμώνει. Φέρνει χιόνι στο βουνό και λουλούδι στο περβόλι...
Ελλάδα, φως που ξημερώνει στο μάρμαρο, ανάσα θάλασσας σε πέτρα αρχαία, στο βλέμμα σου χωράει το αιώνιο κι ο χρόνος γονατίζει μπρος στη γαλήνη σου. ...
Δεν είναι λέξη η αγάπη· είναι ρωγμή στο φως, μια σιωπή που ξέρει το όνομά σου πριν το προφέρεις. Έρχεται χωρίς θόρυβο, σαν νύχτα που δεν φοβίζε...
Κρύο που δεν εξηγείται μόνο με τον καιρό. Τα πρωινά είναι πιο βαριά, σαν να κουβαλούν όσα δεν ειπώθηκαν πέρσι. Τα δέντρα δεν ζητούν τίποτα. Στέκ...
Στου Δεκέμβρη το παράθυρο ανάβει πάλι μικρό φως κι ό,τι μας λύγισε τον χρόνο γίνεται ψίθυρος γλυκός. Στο τραπέζι το στρωμένο αχνίζουν μνήμες π...
Ο Δεκέμβριος κατεβαίνει αθόρυβα σαν σκιά που χαμηλώνει τον κόσμο. Τα πρωινά μυρίζουν καπνό και οι πόλεις ανάβουν φώτα για να θυμηθούν πως δεν χάθη...
Στις έξι το ξυπνητήρι χτυπάει σαν σειρήνα, ο ήλιος δεν προλαβαίνει να φανεί. Ο καφές στάζει μηχανικά, οι δρόμοι ανασαίνουν καυσαέριο και βιασύνη. ...
Ξημέρωσε φως στα βουνά της Ηπείρου, κι ο άνεμος σήκωσε λόγια ιερά· «Όχι!» — φωνή που γεννήθηκε απ’ το τίμιο χείλος, κι έγινε δάφνη και αίμα ξανά. ...
Το πρωί μυρίζει ξύλα και βρεγμένη γη, το τζάκι καπνίζει αργά σαν αναστεναγμός. Η γιαγιά στο κατώφλι ρίχνει καλαμπόκι στις κότες, κι εγώ θυμάμαι τα ...
Δεν έμαθε να σκύβει, ούτε να μετρά τις λέξεις του με φόβο· μίλαγε κι η φωνή του έσπαγε τζάμια, όχι για να τρομάξει, μα για να περάσει φως. Τον ...