Το καλοκαίρι ήρθε αθόρυβα

με άρωμα γιασεμιού στα χέρια,

κι εσύ στεκόσουν στο μπαλκόνι

σαν υπόσχεση παλιά του ανέμου.

Η θάλασσα φορούσε φως,

τα κύματα μιλούσαν χαμηλά,

κι εγώ σε κοίταζα όπως κοιτούν

οι διψασμένοι την πρώτη βροχή.

Τα βράδια γίνονταν τραγούδι·

φεγγάρια έλιωναν στα ποτήρια,

κι ένα φιλί σου, αλμυρό και τρυφερό,

μου άλλαζε το σχήμα της καρδιάς.

Περπατούσαμε ξυπόλητοι

πάνω σε άμμο που κρατούσε μνήμη,

και κάθε ίχνος σου στην ακτή

ήταν ένας λόγος να μείνω.

Μα το καλοκαίρι ξέρει πάντα

να φεύγει πριν το συνηθίσεις·

αφήνει μόνο ένα άρωμα φωτός

και μια αγάπη να καίει αργά μέσα σου.

@ Γιάννης Παρασκευόπουλος