Σ’ εκείνη την πόλη που δεν θυμάσαι πια
μα που σε θυμάται ακόμη,
περπάτησες βιαστικά ένα δειλινό
χωρίς να κοιτάξεις τα παράθυρα.
Ήταν κλειστά, έτσι νόμισες.
Μα πίσω απ’ τις κουρτίνες,
κάποιοι παλαιοί σου εαυτοί
σε παρατηρούσαν σιωπηλοί.
Δεν τους μίλησες. Δεν τόλμησες.
Είχες πια συνηθίσει
να προχωράς σαν ξένος
μέσα στις ίδιες σου τις επιλογές.
Κι όταν έφτασες στο τέλος του δρόμου,
εκεί όπου ο χάρτης τελειώνει,
κατάλαβες... όχι με λύπη,
μα με μια παράξενη ακρίβεια
πως η πόλη εκείνη
δεν ήταν ποτέ τόπος,
μα χρόνος που δεν έζησες
όπως σου αναλογούσε.
@ Γιάννης Παρασκευόπουλος