Σήμερα το πρωί ένα κουτάλι εξελέγη δήμαρχος της κουζίνας. Τα ποτήρια χειροκρότησαν με τα διάφανα χέρια τους κι ένας βραστήρας άρχισε να σφυρίζει τον εθνικό ύμνο των ατμών.

Έβαλα τα παπούτσια μου, μα εκείνα αρνήθηκαν να περπατήσουν. Ήθελαν να γίνουν ψάρια και να μεταναστεύσουν σε μια λίμνη από καθρέφτες.

Η εφημερίδα γέννησε περιστέρια. 

Οι τίτλοι πέταξαν πάνω από τις ταράτσες και κουτσούλησαν το μέτωπο της Ιστορίας.

Μια ηλικιωμένη πολυκατοικία έβγαλε τα δόντια της και χαμογέλασε σε ένα ασανσέρ που είχε ερωτευτεί τον έβδομο ουρανό.

Το μεσημέρι οι σκιές έστρωσαν τραπέζι. Έφαγαν πιρούνια βραστά, αλάτι από σύννεφα και σαλάτα με φύλλα ημερολογίου.

Κάποιος πωλούσε μεταχειρισμένες Δευτέρες σε τιμή ευκαιρίας. Τις δοκίμαζαν οι περαστικοί, μα όλες μύριζαν ξεχασμένο ξυπνητήρι.

Στην πλατεία ένα δέντρο διάβαζε τα απομνημονεύματα ενός σαλιγκαριού, ενώ τα φύλλα του χειροκροτούσαν προς τα κάτω.

Το απόγευμα ο ουρανός ξέχασε να είναι ουρανός και έγινε συρτάρι.

Μέσα του βρήκα μια πεταλούδα, τρεις αποδείξεις σούπερ μάρκετ, ένα παιδικό γέλιο και το πρόσωπο που θα αποκτήσω όταν γεράσουν τα όνειρά μου.

Η νύχτα δεν έπεσε.

Κρεμάστηκε από ένα καρφί του ανέμου σαν μαύρο παλτό.

Κι εγώ, με μια τσέπη γεμάτη αστέρια και ένα ψίχουλο ψωμί που επέμενε να είναι πλανήτης, επέστρεψα σπίτι.Το σπίτι έλειπε.

Είχε φύγει για να επισκεφθεί την παιδική ηλικία ενός άγνωστου Θεού.