Το φθινόπωρο
δεν ήρθε φέτος με βροχή.
Ήρθε αθόρυβα
και άλλαξε θέση στα πράγματα.
Έβαλε το φως
λίγο πιο χαμηλά στα παράθυρα,
έκανε τα ρολόγια να μοιάζουν κουρασμένα
και άφησε στις καρέκλες
το σχήμα ανθρώπων που έφυγαν.
Στην αυλή,
ένα φύλλο κόλλησε στο παπούτσι μου.
Το τίναξα μακριά,
μα εκείνο επέστρεψε.
Ίσως μερικές απουσίες
να ξέρουν τον δρόμο καλύτερα από εμάς.
Το βράδυ
η πόλη άναβε τα φώτα της
ένα-ένα,
σαν να μετρούσε τις απώλειές της.
Κι εγώ,
μπροστά σ’ ένα άδειο δωμάτιο,
άκουγα τη βροχή
να χτυπάει το τζάμι
με τον τρόπο που χτυπά κάποιος
όταν έχει αργήσει πολύ
και δεν περιμένει πια
να του ανοίξεις.
Έξω,
τα δέντρα γυμνώνονταν.
Μέσα μου,
κάτι άλλο.
Κι όταν ξημέρωσε,
άνοιξα επιτέλους το παράθυρο.
Δεν μπήκε κανένας.
Μπήκε όμως ένα κίτρινο φύλλο,
πέταξε ως το τραπέζι
και στάθηκε πάνω στη φωτογραφία σου.
Τότε κατάλαβα:
δεν μου έλειπες εσύ.
Μου έλειπε ο άνθρωπος που ήμουν
όταν με κοιτούσες.
@ Γιάννης Παρασκευόπουλος