Σαν κλέφτης δίχως πρόσωπο, με νύχτα τριγυρνά,
στου κόσμου τα πορτοφόλια αθόρυβα χτυπά.
Δεν σπάει πόρτες, δε φωνάζει σαν το ληστή,
μα κλέβει απ’ το ψωμί σου — κι ούτε τον βλέπεις εσύ.
Τα νούμερα ανεβαίνουν σαν κύμα φουσκωτό,
Το μεροκάματο μένει πίσω, μικρό και ντροπαλό.
Το νόμισμα ελαφραίνει σαν φύλλο στον αγέρα,
κι η αγορά βαραίνει σαν πέτρα κάθε μέρα.
Στο ράφι το γάλα άλλαξε τιμή ξανά,
κι η μάνα μετράει κέρματα, σκυφτή και σιωπηλά.
Το όνειρο μικραίνει, στενεύει η ζωή,
κι η ανάγκη γίνεται νόμος, η κρίση της σκληρή
Μα κάπου μέσα στη σκόνη, σε πείσμα των καιρών,
κρατιέται μια ελπίδα σαν σπίθα των φτωχών.
Πως θα ‘ρθει μια ισορροπία, μια ανάσα καθαρή,
κι ο κόπος θα ‘χει αξία — ξανά, απ’ την αρχή.
@ Γιάννης Παρασκευόπουλος