Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα αποτύπωσε τη στρατηγική μετάβαση που συντελείται τα τελευταία χρόνια στη Συμμαχία σε σχέση με τον τρόπο που προσεγγίζεται από τους συμμάχους η ασφάλεια, η αποτροπή και η συλλογική άμυνα στον 21ο αιώνα. Το βασικό μήνυμα της Συνόδου καταγράφεται σε ένα απόσπασμα από το κείμενο της Διακήρυξης των αποτελεσμάτων της.
Του Δρ. Κωνσταντίνου Π. Μπαλωμένου
Συγκεκριμένα, επισημαίνεται: «Η αποτροπή και η άμυνα του ΝΑΤΟ βασίζονται σε ένα κατάλληλο μείγμα πυρηνικών, συμβατικών και πυραυλικών αμυντικών δυνατοτήτων, που συμπληρώνονται και από δυνατότητες στο διάστημα και τον κυβερνοχώρο. Δεσμευόμαστε να διατηρήσουμε το μαχητικό μας πλεονέκτημα. Επενδύουμε στην ικανότητά μας να αναπτύσσουμε, να υποστηρίζουμε και να διατηρούμε τις ένοπλες δυνάμεις μας, καθώς και να επιτυγχάνουμε τους στόχους επιχειρησιακών δυνατοτήτων που έχουν τεθεί για όλους τους τομείς επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων των χτυπημάτων βαθιάς ακρίβειας, της ολοκληρωμένης αεροπορικής και πυραυλικής άμυνας, των μη επανδρωμένων συστημάτων, των τεχνολογιών αιχμής και των δυνατοτήτων πληροφοριών. Αναπτύσσουμε ένα διαλειτουργικό διατλαντικό σύννεφο διεξαγωγής πολέμου και υιοθετούμε ισχυρά μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης».
Με άλλα λόγια, για το ΝΑΤΟ πλέον η ασφάλεια και η αποτροπή δεν βασίζεται μόνο στην κατοχή ισχυρών στρατιωτικών δυνατοτήτων, αλλά και στη διαρκή ετοιμότητα, στην παραγωγική ικανότητα, στην τεχνολογική υπεροχή και στην ανθεκτικότητα.
Στην ουσία, η αναφορά: «Επενδύουμε στην ικανότητά μας να αναπτύσσουμε, να υποστηρίζουμε και να διατηρούμε τις ένοπλες δυνάμεις μας, καθώς και να επιτυγχάνουμε τους στόχους επιχειρησιακών δυνατοτήτων που έχουν τεθεί για όλους τους τομείς επιχειρήσεων, δηλώνει ότι το ΝΑΤΟ μεταβαίνει από μια Συμμαχία αποτροπής μέσω ισχύος (Deterrence by Power), σε μια Συμμαχία που επιδιώκει την αποτροπή μέσω της ετοιμότητας (Deterrence by Readiness).
Αυτό είναι κατανοητό και φυσιολογικό, δεδομένου ότι στο σημερινό υβριδικό επιχειρησιακό περιβάλλον η Συμμαχία δεν αντιμετωπίζει μόνο την πιθανότητα μιας συμβατικής στρατιωτικής σύγκρουσης, αλλά ένα σύνθετο περιβάλλον όπου συνδυάζονται συμβατικές στρατιωτικές απειλές, υβριδικές επιχειρήσεις, κυβερνοεπιθέσεις, επιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές, πληροφοριακές επιχειρήσεις επιρροής και ο τεχνολογικός ανταγωνισμός.
Επίσης, το ΝΑΤΟ δεν εγκαταλείπει τις πλατφόρμες μάχης (Platform-Centric Warfare), αλλά τις ενσωματώνει σε ένα δικτυοκεντρικό επιχειρησιακό οικοσύστημα (Network-Centric Warfare).
Μεταβαίνει δηλαδή από μια αντίληψη όπου το στρατηγικό πλεονέκτημα βασιζόταν κυρίως στην κατοχή προηγμένων οπλικών συστημάτων, σε μια αντίληψη όπου το πλεονέκτημα προκύπτει από τη διασύνδεση αισθητήρων, πλατφορμών, δεδομένων, δικτύων, τεχνολογιών και συστημάτων διοίκησης και ελέγχου (C2), τα οποία λειτουργούν ως ένα ενιαίο επιχειρησιακό σύστημα.
Η αναφορά της Διακήρυξης δε, για τη δημιουργία ενός «διαλειτουργικού διατλαντικού πολεμικού νέφους» (interoperable transatlantic warfighting cloud), επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές.
Υπό το ανωτέρω πλαίσιο, για να γίνει κατανοητή η μετάβαση που συντελείται προς την εξέλιξη του ΝΑΤΟ σε μια «Συμμαχία Ετοιμότητας» (Alliance of Readiness), θα πρέπει να παρατεθούν κάποια δομικά στοιχεία που θα καταστήσουν εφικτή την κατανόηση αυτής της θεμελιώδους σημασίας στρατηγικής προσαρμογής στο σημερινό επιχειρησιακό περιβάλλον έντονου ανταγωνισμού.
Πίνακας: Η στρατηγική μετάβαση του ΝΑΤΟ: Από τη Συμμαχία
Συνεπώς, η μεγάλη αλλαγή δεν είναι ότι το ΝΑΤΟ εγκαταλείπει την αποτροπή μέσω ισχύος.
Είναι ότι επαναπροσδιορίζει την αποτροπή μέσα από την ετοιμότητα, την ανθεκτικότητα και την ικανότητα παρατεταμένου ανταγωνισμού και τη διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου οικοσυστήματος εθνικής και συμμαχικής ισχύος.
Συγκεκριμένα, στη νέα στρατηγική αντίληψη του ΝΑΤΟ, η αποτροπή δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικά προϊόν στρατιωτικής ισχύος. Αποτελεί το αποτέλεσμα της συνδυασμένης λειτουργίας της στρατιωτικής, της βιομηχανικής, της οικονομικής, της τεχνολογικής, της πληροφοριακής ισχύος και της εθνικής ανθεκτικότητας.
Εν κατακλείδι, η Αποτροπή για τη Συμμαχία δεν είναι πλέον μια στατική κατάσταση ισχύος, αλλά μια κατάσταση συνεχούς παραγωγής, ανανέωσης και διατήρησης ισχύος.
Υπό το πλαίσιο αυτό, το ΝΑΤΟ σήμερα (μετά και τις συγκρούσεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή) δεν περιορίζεται πλέον στην προετοιμασία για την αποτροπή μιας σύγκρουσης.
Προετοιμάζεται ταυτόχρονα για την περίπτωση όπου η αποτροπή αποτύχει και απαιτηθεί η ικανότητα διεξαγωγής και υποστήριξης παρατεταμένων επιχειρήσεων υψηλής έντασης.
Σε σχέση με την Ελλάδα η εν λόγω στρατηγική μεταβολή του ΝΑΤΟ έχει ιδιαίτερη σημασία τόσο επιχειρησιακά όσο και γεωπολιτικά.
Από επιχειρησιακής πλευράς, η νέα φιλοσοφία της Συμμαχίας πρέπει να αξιοποιηθεί ως ευκαιρία στρατηγικού μετασχηματισμού της εθνικής άμυνας της χώρας, ώστε να παραχθεί ένας νέος αμυντικός σχεδιασμός που θα καλύπτει τις απαιτήσεις ενός επιχειρησιακού περιβάλλοντος παρατεταμένου ανταγωνισμού και υψηλής έντασης.
Ειδικότερα, η επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα δεν θα αξιολογείται πλέον μόνο με βάση τον διαθέσιμο αριθμό των οπλικών συστημάτων και την ποιότητά τους, αλλά και από την ικανότητα της χώρας να διατηρεί υψηλή διαθεσιμότητα δυνάμεων, να αναπληρώνει γρήγορα κρίσιμα εξοπλιστικά αποθέματα, να προστατεύει τις κρίσιμες υποδομές της, να διασφαλίζει τις εφοδιαστικές της αλυσίδες και να αξιοποιεί προηγμένες τεχνολογίες, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, τα μη επανδρωμένα συστήματα και τα ολοκληρωμένα ψηφιακά δίκτυα διοίκησης και ελέγχου.
Από γεωπολιτικής άποψης επίσης, η στρατηγική μετάβαση του ΝΑΤΟ σε μια «Συμμαχία Ετοιμότητας» έχει ιδιαίτερη σημασία τόσο για την Ελλάδα όσο και για το σύνολο των κρατών μελών της Συμμαχίας, καθώς αλλάζει ο τρόπος που θα αξιολογείται η στρατηγική αξία κάθε κράτους.
Συγκεκριμένα, κριτήρια όπως η γεωγραφική θέση και η στρατιωτική συνεισφορά στις επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ παραμένουν απαραίτητα, αλλά δεν είναι πλέον επαρκή.
Στο νέο στρατηγικό πλαίσιο, σημαντική βαρύτητα αποκτούν πλέον η αμυντική βιομηχανική βάση, η τεχνολογική καινοτομία, η ανθεκτικότητα των κρίσιμων υποδομών, η ενεργειακή ασφάλεια, οι δυνατότητες υποστήριξης των συμμαχικών επιχειρήσεων και η ικανότητα μιας χώρας να λειτουργεί ως αξιόπιστος κόμβος μεταφοράς δυνάμεων, υλικών και πληροφοριών.
Υπό αυτό το πρίσμα, η Ελλάδα μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο καθώς διαθέτει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα και επίσης, δημιουργείται μια σημαντική ευκαιρία γεωπολιτικής αναβάθμισής της, υπό την προϋπόθεση ότι θα προσαρμόσει εγκαίρως τον εθνικό αμυντικό της σχεδιασμό στις νέες απαιτήσεις της Συμμαχίας.
Ειδικότερα, η γεωγραφική της θέση και ο ρόλος της ως πυλώνας σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο, οι λιμενικές και αεροπορικές υποδομές της, οι ενεργειακές διασυνδέσεις της σε συνδυασμό με το νέο ενεργειακό της ρόλο στη Μεσόγειο και την Ευρώπη, καθώς και η συμμετοχή της σε ευρωπαϊκά και συμμαχικά προγράμματα αμυντικής και τεχνολογικής συνεργασίας, της προσδίδουν αυξημένη στρατηγική σημασία.
Παράλληλα, οι πρωτοβουλίες που αναπτύσσονται από το ΝΑΤΟ για την ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας παρέχουν μια σημαντική ευκαιρία για την ελληνική αμυντική βιομηχανία να ενταχθεί ουσιαστικότερα στις διατλαντικές αλυσίδες παραγωγής και εφοδιασμού.
Επίσης, η συμμετοχή της Ελλάδας σε προγράμματα αξιοποίησης της ελληνικής τεχνολογικής και ερευνητικής κοινότητας σε συνδυασμό με την ανάληψη δράσεων που ενισχύουν την ανθεκτικότητα της Συμμαχίας, μπορούν να αποτελέσουν όχι μόνο μοχλό οικονομικής ανάπτυξης, αλλά και παράγοντα ενίσχυσης της γεωπολιτικής βαρύτητας της χώρας.
Συνεπώς, το πραγματικό ζητούμενο για την Ελλάδα μετά τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, δεν είναι απλώς να παρακολουθεί τις δομικές αλλαγές που συντελούνται στη Συμμαχία, αλλά να κατανοήσει εγκαίρως τη στρατηγική τους σημασία και να προσαρμόσει ανάλογα τον εθνικό της αμυντικό σχεδιασμό στη λογική της «Συμμαχίας Ετοιμότητας».
Διότι, η ισχύς ενός κράτους στο νέο στρατηγικό περιβάλλον του ΝΑΤΟ δεν θα καθορίζεται μόνο από τον αριθμό και την ποιότητα των εξοπλισμών που διαθέτει, αλλά από το πόσο έτοιμο είναι να αντέξει, να προσαρμοστεί, να συνεχίσει να επιχειρεί, καθώς και να παράγει, να διατηρεί και ανανεώνει την ισχύ του σε ένα περιβάλλον διαρκούς στρατηγικού ανταγωνισμού.
* Ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος είναι Πολιτικός Επιστήμονας - Διεθνολόγος
Πώς οι άμεσοι φόροι αυξάνουν τις τιμές περισσότερο από τον ΦΠΑ
H «Παγίδα του Θουκυδίδη» τον 21ο αιώνα
Ακολουθήστε το Lykavitos.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις