Η παγκόσμια οικονομία συνεχίζει να κλυδωνίζεται από τα απόνερα των διαδοχικών κρίσεων των τελευταίων ετών.
Η καθημερινότητα των πολιτών σε κάθε γωνιά του πλανήτη δοκιμάζεται από ένα κύμα ανατιμήσεων, το οποίο όμως δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα, αλλά ένα διεθνές φαινόμενο. Από την καρδιά της Ευρώπης μέχρι την Αμερική, η ακρίβεια πιέζει τα εισοδήματα, αναγκάζοντας τις κυβερνήσεις να ισορροπούν ανάμεσα στην κοινωνική στήριξη και τη δημοσιονομική πειθαρχία.
Γράφει ο Λουκάς Γεωργιάδης
Σε αυτό το ρευστό περιβάλλον, η Ελλάδα καλείται να προστατεύσει τις θυσίες των πολιτών της και να μην επιτρέψει την επιστροφή στις σκοτεινές εποχές της οικονομικής αβεβαιότητας. Η κατανόηση των πραγματικών αιτιών της κρίσης αποτελεί το μοναδικό αντίδοτο στις εύκολες αλλά επικίνδυνες συνταγές.
Η ρωσική εισβολή και το ντόμινο της ενεργειακής κρίσης
Η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται στη βίαιη ανατροπή της γεωπολιτικής σταθερότητας στην Ευρώπη.
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία λειτούργησε ως ο μεγάλος επιταχυντής της πληθωριστικής έκρηξης. Η εργαλειοποίηση των ενεργειακών πόρων από την πλευρά της Μόσχας προκάλεσε ένα πρωτοφανές σοκ στις διεθνείς αγορές, εκτινάσσοντας τις τιμές του φυσικού αερίου, του πετρελαίου και του ηλεκτρικού ρεύματος σε επίπεδα ρεκόρ. Αυτή η ενεργειακή κρίση μεταδόθηκε ακαριαία σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα. Το κόστος παραγωγής, μεταφοράς και συντήρησης των αγαθών αυξήθηκε κατακόρυφα, συμπαρασύροντας τις τιμές των βασικών προϊόντων στα ράφια των σούπερ μάρκετ.
Παράλληλα, η ανάγκη για τη στήριξη των εισοδημάτων οδήγησε σε αυξήσεις μισθών διεθνώς. Αν και απαραίτητες για τη διατήρηση της αγοραστικής δύναμης, οι αυξήσεις αυτές –σε συνδυασμό με το αυξημένο κόστος ενέργειας– δημιούργησαν έναν φαύλο κύκλο, τροφοδοτώντας περαιτέρω τον πληθωρισμό και καθιστώντας τον ένα επίμονο, παγκόσμιο πρόβλημα.
Η παγκόσμια διάσταση ενός κοινού προβλήματος
Είναι σαφές ότι κανένα κράτος δεν έμεινε απρόσβλητο από τις εξελίξεις που ξεκίνησαν τον Φεβρουάριο του 2022, όταν ο Πούτιν αποφάσισε δια των όπλων να "μπουκάρει" σε μια χώρα που είχε χαράξει τον ευρωπαϊκό και νατοϊκό προσανατολισμό της, γιατί αποτελεί δημοκρατία και όχι δικτατορία.
Η ακρίβεια επηρεάζει τις τσέπες όλων των πολιτών του πλανήτη, ανεξαρτήτως του οικονομικού μεγέθους της χώρας τους. Οι καταναλωτές στη Γερμανία, τη Γαλλία ή τις ΗΠΑ αντιμετωπίζουν παρόμοιες προκλήσεις στην καθημερινότητά τους. Η ελληνική κυβέρνηση, αναγνωρίζοντας το μέγεθος του προβλήματος, δεν στάθηκε θεατής. Αντίθετα, υιοθέτησε μια σειρά από στοχευμένα μέτρα στήριξης, επιδόματα και ελέγχους στην αγορά, εξαντλώντας τα διαθέσιμα περιθώρια χωρίς όμως να θέσει σε κίνδυνο τα θεμέλια της οικονομίας. Η στρατηγική αυτή επέτρεψε στην Ελλάδα να καταγράψει ρυθμούς ανάπτυξης σημαντικά υψηλότερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, δημιουργώντας αναχώματα απέναντι στην κρίση.
Το... δόκανο της μείωσης του ΦΠΑ και του ΕΦΚ
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ακούγεται συχνά το επιχείρημα για οριζόντια μείωση των συντελεστών του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στα καύσιμα και τα βασικά αγαθά.
Όσο ελκυστική κι αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως μια τέτοια πρόταση, η οικονομική πραγματικότητα είναι αμείλικτη, καθώς μια τέτοια κίνηση θα αποτελούσε δημοσιονομική αυτοκτονία. Οι έμμεσοι φόροι αποτελούν τη βασική πηγή των δημόσιων εσόδων, από τα οποία χρηματοδοτούνται η υγεία, η παιδεία και τα ίδια τα κοινωνικά επιδόματα. Μια οριζόντια μείωση θα άνοιγε μια τεράστια "μαύρη τρύπα" στα κρατικά έσοδα. Αυτό θα έβαζε σε άμεση περιπέτεια τους δημοσιονομικούς στόχους της χώρας, ανατρέποντας τα πρωτογενή πλεονάσματα που με τόσο κόπο επιτεύχθηκαν.
Επιπλέον, η διεθνής εμπειρία έχει δείξει ότι οι οριζόντιες μειώσεις φόρων σπάνια φτάνουν στον τελικό καταναλωτή, καθώς συχνά απορροφώνται από τους μεσάζοντες στην εφοδιαστική αλυσίδα, αφήνοντας την τρύπα στον προϋπολογισμό ορθάνοιχτη. Όλα τα παραπάνω δεν τα επισημαίνουμε για να δικαιολογήσουμε τη Νέα Δημοκρατία και τον Μητσοτάκη, αλλά για να ανοίξουμε το... μυαλό όσων δεν γνωρίζουν στοιχειώδη οικονομικά. Γιατί αυτά τα οικονομικά δεν χρειάζεται να τα μάθει κάποιος στο πανεπιστήμιο, καθώς είναι διαθέσιμα πλέον στη Γ΄ Λυκείου μέσα από το μάθημα των Αρχών Οικονομικής Θεωρίας. Τόσο απλά...
Το στοίχημα της αξιοπιστίας στις αγορές
Το μεγαλύτερο ρίσκο, ωστόσο, βρίσκεται στη διεθνή εικόνα της χώρας.
Η Ελλάδα κατάφερε, μετά από χρόνια θυσιών, να ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα και να χτίσει ένα προφίλ σοβαρότητας και σταθερότητας. Αν η κυβέρνηση ενέδιδε σε φθηνές υποσχέσεις, θα «χαλούσε» το όνομα που έχει αποκτήσει με τόσο κόπο στις διεθνείς αγορές. Οι οίκοι αξιολόγησης και οι ξένοι επενδυτές τιμωρούν ακαριαία τη δημοσιονομική χαλάρωση.
Μια πιθανή απώλεια της εμπιστοσύνης των αγορών προς την Ελλάδα θα σήμαινε άμεση εκτίναξη του κόστους δανεισμού για το δημόσιο και τις επιχειρήσεις. Η χώρα θα βρισκόταν ξανά αντιμέτωπη με προβλήματα τύπου μνημονίων, εγκλωβισμένη σε έναν νέο κύκλο λιτότητας, επιτροπείας και οικονομικής ασφυξίας. Η διατήρηση της δημοσιονομικής σοβαρότητας δεν είναι δογματισμός, αλλά η απαραίτητη ασπίδα για να μην ξαναζήσει η Ελλάδα τις εφιαλτικές στιγμές του παρελθόντος.
Στον... τοίχο ο λαϊκισμός της αντιπολίτευσης
Παρά τους προφανείς αυτούς κινδύνους, τα κόμματα της αντιπολίτευσης επιλέγουν συνειδητά τον δρόμο του ανεύθυνου λαϊκισμού.
Στην προσπάθεια τους να αποκομίσουν μικροκομματικά οφέλη, υπόσχονται μαγικές λύσεις, "παγωμένες" τιμές και καταργήσεις φόρων με ένα άρθρο και ένα νόμο, λες και η Ελλάδα λειτουργεί σε οικονομικό vacuum, αποκομμένη από τον υπόλοιπο κόσμο. Τα ψέματα της αντιπολίτευσης πρέπει να στιγματιστούν και οι εκπρόσωποι της να κολλήσουν σαν... χαλκομανία στον τοίχο της αλήθειας.
Όταν αρνούνται να απαντήσουν από πού θα βρουν τα δισεκατομμύρια που κοστίζουν οι προτάσεις τους, ουσιαστικά κοροϊδεύουν τους πολίτες. Ο λαϊκισμός τους είναι επικίνδυνος γιατί ποντάρει στην κόπωση της κοινωνίας, αποσιωπώντας ότι οι ίδιες ακριβώς συνταγές οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία. Η σοβαρότητα, η υπευθυνότητα και η σταθερή προσήλωση στις μεταρρυθμίσεις είναι ο μόνος δρόμος. Η κυβέρνηση αποδεικνύει ότι μπορεί να στηρίζει την κοινωνία αποτελεσματικά, χωρίς να υπονομεύει το μέλλον των επόμενων γενεών.