Σε ομιλία του στο 7ο Διεθνές Συνέδριο του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, Νίκος Ανδρουλάκης,. ανέφερε πως «η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας προσπαθεί απεγνωσμένα να βγει από το βαθύ της πολιτικό αδιέξοδο».
«Ο Πρωθυπουργός, αντί για θεσμικές παρεμβάσεις, εξαγγέλλει μέτρα-ασπιρίνες. Χρησιμοποιεί το «υπερπλεόνασμα», με το βλέμμα στραμμένο, ούτε καν στις κάλπες. Στις δημοσκοπήσεις. Μια άσχημη δημοσκόπηση μπορεί να φέρει ένα νέο pass. Αυτή είναι η εμπειρία των μνημονίων; Αυτή η πολιτική προσέγγιση των κοινωνικών ζητημάτων είναι η εμπειρία των μνημονίων; Για εμάς δεν είναι σε καμία περίπτωση. Αυτά είναι μπαλώματα απέναντι στις λύσεις, επικοινωνία απέναντι στην πολιτική» πρόσθεσε.
Ολόκληρη η ομιλία
Αγαπητέ Πρόεδρε,
Κυρίες και κύριοι,
Σας ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση.
Είναι ιδιαίτερη χαρά που για μια ακόμη φορά είμαι εδώ στην έναρξη του συνεδρίου, και μου δίνετε την ευκαιρία να αξιοποιήσω τα θέματα, με τα οποία ανοίγει το συνέδριο σας και να δώσω μια μεγάλη εικόνα για το τι συμβαίνει, κατά την άποψή μου, στον κόσμο, στην Ευρώπη και στη χώρα μας.
Είμαστε μια χώρα σε ένα κρίσιμο γεωπολιτικό σημείο και έχουμε χρέος όλοι οι πολιτικοί, όποιο ρόλο και αν έχουμε, όταν μιλάμε για τις εθνικές προκλήσεις, να βάζουμε πάντα στη συζήτηση και τα δεδομένα της ευρύτερης περιοχής, αλλά και τις παγκόσμιες εξελίξεις.
Ζούμε σε μια εποχή με πολύ μεγάλη αναταραχή. Οι συγκρούσεις πυκνώνουν. Οι γεωπολιτικές ισορροπίες μεταβάλλονται με ταχύτητα, που μέχρι πριν λίγα χρόνια έμοιαζε αδιανόητη. Οι μεγάλες δυνάμεις αμφισβητούν και αποδυναμώνουν τους μεταπολεμικούς θεσμούς διεθνούς συνεργασίας. Αυτούς που επινόησε η ανθρωπότητα μετά τον όλεθρο του Α’ και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Την ίδια στιγμή, οι εμπορικοί και οικονομικοί ανταγωνισμοί γίνονται ολοένα πιο επιθετικοί.
Όλα αυτά δεν μπορούμε να τα θεωρήσουμε μεμονωμένα γεγονότα. Αποτελούν όψεις μιας μεγάλης εικόνας που αποκαλύπτει ένα βαθύτερο παράδοξο: ότι η ίδια η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση υπονόμευσε τα θεμέλιά της.
Από τη μία πλευρά, δημιούργησε τεράστιες δυνατότητες ανάπτυξης.
Βοήθησε εκατομμύρια ανθρώπους σε πολλές περιοχές του πλανήτη να ξεφύγουν από την ακραία φτώχεια. Το κέντρο βάρους της παγκόσμιας οικονομίας μετατοπίζεται σταθερά προς την Ασία. Το ΑΕΠ της Κίνας, σε όρους αγοραστικής δύναμης, έχει ήδη ξεπεράσει τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ η Ινδία άφησε πίσω της το Ηνωμένο Βασίλειο. Πρόκειται για ιστορική ανατροπή.
Υπάρχει όμως και η άλλη όψη.
Η ίδια αυτή διαδικασία διεύρυνε δραματικά τις ανισότητες και αποσταθεροποίησε το μεταπολεμικό κοινωνικό συμβόλαιο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν σταθερά οι δυτικές δημοκρατίες.
Στο εσωτερικό των κοινωνιών μας, το χάσμα μεγαλώνει συνεχώς. Οι οικονομικές ελίτ απομακρύνονται ολοένα περισσότερο από τη μεσαία τάξη και τον κόσμο της εργασίας.
Αυτό είναι το πραγματικό υπόστρωμα της κρίσης που βιώνουμε σήμερα.
Μια συσσωρευμένη κοινωνική και υπαρξιακή ανασφάλεια.
Μια αγωνία που δεν αφορά μόνο τον μισθό, αλλά κάτι βαθύτερο:
αν υπάρχει προοπτική για ένα καλύτερο μέλλον.
Όταν μια κοινωνία, και ιδίως οι νεότερες γενιές, χάνουν την πίστη για ένα καλύτερο μέλλον, τότε ανοίγει ο δρόμος για πιο αυταρχικές απαντήσεις στα συλλογικά προβλήματα. Τα παραδείγματα που επιβεβαιώνουν αυτήν την κατάσταση, είναι πολλά.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Ντόναλντ Τραμπ εξέφρασε μεγάλα τμήματα της μεσαίας και εργατικής τάξης που ένιωθαν ότι έμειναν πίσω, ότι αυτή η παγκοσμιοποίηση δεν τους αφορά, δεν βελτιώνει τη ζωή τους. Και όλα αυτά συνέβησαν και επιταχύνθηκαν μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-2009.
Στην Κίνα, ο Σι Τζινπίνγκ προώθησε την επαναφορά της πολιτικής κυριαρχίας απέναντι στην ανεξέλεγκτη ισχύ των οικονομικών ελίτ, επενδύοντας σε μια ατζέντα καταπολέμησης της διαφθοράς και ενίσχυσης του κομματικού ελέγχου.
Στη Ρωσία, ο Βλαντίμιρ Πούτιν αναδείχθηκε ως απάντηση στο χάος της δεκαετίας του 1990 και στην ανάπτυξη ενός ολιγαρχικού καπιταλισμού που απειλούσε τη συνοχή του κράτους.
Διαφορετικές διαδρομές, διαφορετικά πολιτικά συστήματα — αλλά ένας κοινός παρονομαστής: ο φόβος και η αντίδραση στις υπερβολές της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης.
Σήμερα, για κάθε δημοκράτη πολίτη, ένα πράγμα γίνεται πιο ξεκάθαρο από ποτέ: χρειαζόμαστε νέα εργαλεία για να κατανοήσουμε τη σημερινή πραγματικότητα. Νέες ιδέες και λέξεις για να την αφηγηθούμε. Λέξεις που δίνουν νόημα και προοπτική εκεί που σήμερα κυριαρχεί η αβεβαιότητα.
Και πάνω απ’ όλα, έχουμε χρέος να οικοδομήσουμε και να προωθήσουμε επεξεργασμένο σχέδιο στις αναγκαίες ρήξεις με τις βαθύτερες αιτίες της ανισότητας. Γιατί, τελικά, κάποιοι νόμιζαν ότι θα πολεμήσουν τις ανισότητες επιλέγοντας τον αυταρχισμό και τώρα θα έχουμε και μεγαλύτερες ανισότητες και πιο ισχυρό αυταρχισμό. Αυτή είναι η κατάσταση στην ανθρωπότητα του 2026.
Φίλες και φίλοι,
Όπως εύστοχα επισημαίνει ο σημαντικός οικονομολόγος Μπράνκο Μιλάνοβιτς, σήμερα αναδύεται ένα υβριδικό οικονομικό υπόδειγμα — ένας φιλελευθερισμός με διπλό και βαθιά αντιφατικό πρόσωπο.
Νεοφιλελευθερισμός στο εσωτερικό. Προστατευτισμός στο εξωτερικό.
Στο διεθνές επίπεδο, η εποχή της ανεμπόδιστης διακίνησης κεφαλαίων, αγαθών και τεχνολογίας δίνει σταδιακά τη θέση της σε δασμούς, περιορισμούς, εμπορικούς φραγμούς και σκληρές γεωοικονομικές στρατηγικές.
Οι μεγάλες δυνάμεις δεν μιλούν πλέον μόνο τη γλώσσα της οικονομίας και της αγοράς. Μιλούν όλο και περισσότερο τη γλώσσα της ισχύος, της αυτονομίας και του οικονομικού ανταγωνισμού. Και όμως, την ίδια στιγμή, στο εσωτερικό πολλών κρατών, οι βασικές συνταγές του νεοφιλελευθερισμού παραμένουν σχεδόν ανέγγιχτες. Φορολογικές ελαφρύνσεις για το πολύ μεγάλο κεφάλαιο. Απορρύθμιση της εργασίας. Συγκέντρωση πλούτου και ισχύος. Αποδυνάμωση του κράτους δικαίου αλλά και του κοινωνικού κράτους.
Έτσι διαμορφώνεται μια νέα ιστορική αντίφαση.
Δύο διαφορετικοί κόσμοι μέσα στο ίδιο παγκόσμιο σύστημα.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν υπάρξει νέα ισορροπία δυνάμεων, όπως συζητούσαμε και αναλύαμε πριν από δεκαετίες. Είναι τι χαρακτηριστικά θα έχει ο νέος κόσμος.
Θα είναι πιο δίκαιος; Ή θα αναπαράγει -και ίσως εντείνει- τις ανισότητες και τον αυταρχισμό;
Για κάθε δημοκράτη, οι λύσεις στα προβλήματα των κοινωνιών δεν βρίσκονται στη διεθνή σύγκρουση — αλλά στην αναδιανομή του πλούτου και της ισχύος στο εσωτερικό των κοινωνιών. Αυτό είναι το μεγάλο πολιτικό διακύβευμα της εποχής μας. Και αυτό είναι το χρέος κάθε δημοκράτη, κάθε προοδευτικού.
Να ενισχύσουμε τη συνεργασία.
Να στηρίξουμε τους πολυμερείς θεσμούς, να ενισχύσουμε το διεθνές δίκαιο.
Να προωθήσουμε γενναίες πολιτικές αλλαγές που μειώνουν τις επικίνδυνες ανισότητες.
Στην Κίνα, αυτό μεταφράζεται σε ενίσχυση της εσωτερικής κατανάλωσης και οικοδόμηση ισχυρότερου κοινωνικού κράτους.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, σημαίνει περιορισμό των ανισοτήτων και μείωση της εξάρτησης από τον χρηματοπιστωτικό τομέα.
Και τέλος, η Ευρώπη.
Οι σημερινές προκλήσεις πρέπει να λειτουργήσουν ως ένα ισχυρό κάλεσμα αφύπνισης.
Χρειαζόμαστε μια Ευρώπη με στρατηγική αυτονομία.
Μια Ευρώπη ισχυρή στην οικονομία, στην τεχνολογία, στην άμυνα, στην εξωτερική πολιτική. Αυτό σημαίνει, πρώτα απ’ όλα, να αντιμετωπίσουμε τις δικές μας αδυναμίες — όχι μόνο να διαχειριστούμε τις εξωτερικές πιέσεις.
Όπως έχει επισημάνει και ο Μάριο Ντράγκι, η ενιαία αγορά δεν είναι τόσο ενιαία όσο πιστεύουμε. Υπάρχουν ακόμη σοβαρά εμπόδια στο εμπόριο, στις υπηρεσίες, στην ενέργεια και στις κεφαλαιαγορές.
Αν θέλουμε μια πραγματικά ισχυρή Ευρώπη, χρειάζονται συγκεκριμένα βήματα:
Ένα μόνιμο Ταμείο Ανάκαμψης και κοινή έκδοση ομολόγων.
Διατήρηση και ενίσχυση των πολιτικών θεσμών, της πολιτικής συνοχής.
Και προώθηση μιας ουσιαστικής κοινής αμυντικής πολιτικής, που θα κάνει κάθε Ευρωπαίο, από τη Φινλανδία μέχρι την Κύπρο, να νιώθει ασφαλής απέναντι σε επικίνδυνους αναθεωρητισμούς.
Αυτά όλα πρέπει να γίνουν με ταχύτητα. Με τόλμη. Με πολιτική βούληση. Δεν έχουμε την πολυτέλεια της αδράνειας. Και η Ελλάδα πρέπει να πρωταγωνιστήσει. Να είναι παρούσα -με στρατηγική, με ισχυρή φωνή και με αυτοπεποίθηση- σε αυτή τη μεγάλη συζήτηση. Και όχι να ακολουθεί και να παρακολουθεί τις εξελίξεις.
Κυρίες και κύριοι,
Σε αυτό το εξαιρετικά ρευστό περιβάλλον, ο ελληνικός λαός βιώνει μια περίοδο γενικευμένης ακρίβειας. Τέτοια ακρίβεια δεν έχουμε ξαναζήσει. Πάντα σε σχέση με τα εισοδήματά μας.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας προσπαθεί απεγνωσμένα να βγει από το βαθύ της πολιτικό αδιέξοδο. Ο Πρωθυπουργός, αντί για θεσμικές παρεμβάσεις, εξαγγέλλει μέτρα-ασπιρίνες. Χρησιμοποιεί το «υπερπλεόνασμα», με το βλέμμα στραμμένο, ούτε καν στις κάλπες. Στις δημοσκοπήσεις. Μια άσχημη δημοσκόπηση μπορεί να φέρει ένα νέο pass. Αυτή είναι η εμπειρία των μνημονίων; Αυτή η πολιτική προσέγγιση των κοινωνικών ζητημάτων είναι η εμπειρία των μνημονίων; Για εμάς δεν είναι σε καμία περίπτωση. Αυτά είναι μπαλώματα απέναντι στις λύσεις, επικοινωνία απέναντι στην πολιτική.
Ας μιλήσουμε καθαρά.
Ακούσαμε τις τελευταίες ημέρες για ένα νέο ΕΚΑΣ, που αφορά 350.000 χαμηλοσυνταξιούχους, που πολλοί από αυτούς είναι οι πιο φτωχοί Έλληνες;
Ακούσαμε για τις 120 δόσεις που φωνάζει η αγορά και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις για να ανασάνουν από την αύξηση του ιδιωτικού χρέους;
Άκουσε ο εγκλωβισμένος δανειολήπτης, ο όμηρος των funds, κάτι για ουσιαστική προστασία της πρώτης κατοικίας και κώδικας για τις διαπραγματεύσεις με τα funds πάνω από το τραπέζι;
Ή, μήπως, άκουσαν οι νεότερες γενιές, που δεν μπορούν να νοικιάζουν σπίτι ούτε για να σπουδάσουν ούτε για να κάνουν οικογένεια, ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα κοινωνικών κατοικιών, όπως αυτά που υλοποιούνται στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης;
Η κυβέρνηση με αυτήν της την επιλογή υποτιμά τη νοημοσύνη του ελληνικού λαού.
Ο Πρωθυπουργός πανηγυρίζει για το πρόγραμμα «Σπίτι μου 2». Μιλά για λίγο πάνω 13 χιλιάδες εγκρίσεις δανείων, όταν ο στόχος ήταν 20 χιλιάδες. Αλλά το ερώτημα είναι βαθύτερο. Όλα αυτά τα μέτρα, για το τεράστιο σημερινό κοινωνικό ζήτημα που αφορά στη στέγη, έφεραν αποτέλεσμα; Κανένα αποτέλεσμα. Η αύξηση των ενοικίων είναι 50% σε τέσσερα χρόνια. Και μόνο την τελευταία χρονιά, το 2025, αυξήθηκαν 10% παραπάνω. Πρωταθλητές στις αυξήσεις των ενοικίων πανευρωπαϊκά.
Αλλά, η πολιτική της εξαπάτησης έχει ορισμό.
Η λογική της: «Κάποιοι χάνουν, αλλά κάποιοι άλλοι κερδίζουν». Μόνο που, με αυτές τις επιλογές, πάντα κερδίζουν οι πολύ λίγοι και χάνουν οι πάρα-πάρα πολλοί.
Απέναντι στις ανισότητες της Νέας Δημοκρατίας, εμείς προτείνουμε μια Ελλάδα για Όλους, με πολλές ευκαιρίες για κάθε νέο άνθρωπο, για κάθε ευάλωτο και τη μεσαία τάξη. Με πολιτικές και θεσμικές παρεμβάσεις, οριζόντιες, αντικειμενικές, αξιοκρατικές. Και όχι κάθε τρεις και λίγο να ανοίγει το πουγκί χωρίς να υπάρχουν ολοκληρωμένες πολιτικές για τα ζητήματα.
Αυτό είναι το θέμα της σημερινής αξιοπιστίας. Και αυτό δημιουργεί την κρίση εμπιστοσύνης του λαού απέναντι στην κυβέρνηση, αλλά και εν τέλει απέναντι στο πολιτικό σύστημα.
Δεν είναι μόνο αυτά, όμως.
Τράπεζες: Δεν βιώνουμε όλοι μία κοροϊδία; Δεν είδαμε οι τράπεζες που εμείς στηρίξαμε με ανακεφαλαιοποιήσεις, με το πρόγραμμα «Ηρακλής», να φτάνουν να κερδίζουν 4,6 δισ. το χρόνο και να δίνουν μερίσματα -τα έχουν ανακοινώσει- 2,8 δισ. με φόρο 5%; Είναι αυτή πολιτική απέναντι σε μια κοινωνία μεγάλων ανισοτήτων;
Πήραμε μία πρωτοβουλία, που αφορά εν τέλει και όλα τα ολιγοπώλια. Και συγκεκριμένα τις τράπεζες.
– Έκτακτη εισφορά, διότι το 5% είναι πολύ λίγο στη φορολόγηση. Μια μεταμνημονιακή χώρα να έχει το χαμηλότερο συντελεστή στα μερίσματα πανευρωπαϊκά; Αν είναι δυνατόν. Όταν η μεσαία τάξη πληρώνει τόσο υψηλούς φόρους, που όσο και αν μειώνονται, ουσιαστικά δεν φτάνουμε στα ευρωπαϊκά πλαίσια; Εμείς, λοιπόν προτείναμε 8% επί των καθαρών κερδών. Αυτό σημαίνει 370 εκτ. ευρώ.
– Προτείναμε επίσης και ένα 8% στα μερίσματα. Για να κερδίσουμε 224 εκατ. ευρώ, να μην τα πάρουμε εμείς, να μείνουν στις τράπεζες, και να επιταχύνουμε την αποπληρωμή του αναβαλλόμενου φόρου. Διότι, αν τώρα δεν αποπληρωθεί που οι τράπεζες είναι σε υψηλή κερδοφορία, όταν κλείσει το Ταμείο Ανάκαμψης και μπει η οικονομία στην «κατάψυξη», ξέρει κανείς ποια θα είναι η κερδοφορία των τραπεζών; Τώρα, λοιπόν, πρέπει να επιταχύνουμε την αποπληρωμή του αναβαλλόμενου φόρου.Τώρα που σπάνε ρεκόρ κερδών.
Η απάντηση της κυβέρνησης;Όποιος θέλει από τις τράπεζες, οικειοθελώς. Μα, δεν ασκείται έτσι η πολιτική.
Οι τράπεζες τις μας απάντησαν; Ότι τα κέρδη που δίνουν, είναι στο μέσο όρο της Ευρώπης. Ναι, αλλά ο λαός που απευθύνεστε, είναι στη χαμηλότερη θέση της αγοραστικής δύναμης της Ευρώπης. Δεν μπορεί, λοιπόν, εδώ να παίζουμε με τις στατιστικές, όταν έχει καταρρεύσει η αγοραστική δύναμη του ελληνικού λαού.
Η κυβέρνηση, λοιπόν, δεν κάνει τίποτα με τα ολιγοπώλια.
Ποιες ουσιαστικές, θεσμικές, αποτελεσματικές πολιτικές ασκήθηκαν για να μειωθεί ο πληθωρισμός;
Σε πέντε χρόνια, αυξήθηκε ο πληθωρισμός στα τρόφιμα 40%. Στο 4,6% διαμορφώθηκε ο γενικός πληθωρισμός μόνο τον Απρίλιο. Αυτά δεν είναι μόνο στατιστική. Είναι παντού:
Στο σούπερ μάρκετ.
Στο ενοίκιο.
Στην ενέργεια.
Στην υγεία και την παιδεία.
Πώς να αντέξουν οι πολίτες; Εδώ, λοιπόν, υπάρχει η μεγάλη ασυμμετρία.
Δεκαπέντε χρόνια μετά το ξεκίνημα της οικονομικής κρίσης, η οικονομία μεγεθύνεται -είναι πραγματικότητα-, αλλά με βαθιά ασυμμετρία. Από τη μία πλευρά, τα εταιρικά κέρδη και τα μερίσματα βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Από την άλλη, το πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών παραμένει περίπου 15% χαμηλότερο από τα προ κρίσης επίπεδα.
Πού, λοιπόν, είναι η μεγάλη κυβερνητική επιτυχία;
Η οικονομία προφανώς μεγεθύνεται, διότι υπήρχε το ελατήριο των μνημονίων που είχε καθηλώσει την ελληνική οικονομία. Και υπάρχει το μεγάλο «μπαζούκας» του Ταμείου Ανάκαμψης. Πώς βελτιώνεται η ζωή των πολιτών με αυτά τα στοιχεία;
Δεν βελτιώνεται η ζωή των πολιτών. Βελτιώνεται η κερδοφορία των ισχυρών.
Η εικόνα είναι ξεκάθαρη: υψηλά κέρδη, πιεσμένοι μισθοί, ακριβή στέγη.
Αυτό δεν είναι ισορροπημένη ανάπτυξη. Ούτε δίκαιη κοινωνία. Είναι μια νέα μορφή ανισότητας — μη βιώσιμη, μη ανθεκτική. Εμείς, λοιπόν, έχουμε πολιτικό στόχο να βάλουμε τέλος σε αυτήν τη στρέβλωση, σε αυτήν την ασυμμετρία, σε αυτήν άδικη νέα πραγματικότητα. Και θα συγκρουστούμε με όλα τα ολιγοπώλια, τροφίμων, υγείας, ενέργειας και, βέβαια, των τραπεζών. Για να αντιληφθεί η μεσαία τάξη ότι υπάρχει μια άλλη πολιτική. Και ότι η σημερινή πολιτική δεν είναι μονόδρομος.
Μέσα σε όλα αυτά, πέρα από την οικονομία, υπάρχει και η κρίση των θεσμών.
Και θα μου πείτε, «τι μας αφορά η κρίση των θεσμών;».
Για εμάς, για το ΠΑΣΟΚ, για κάθε σοσιαλιστή και σοσιαλδημοκράτη, δεν μπορεί να υπάρξει δίκαιη κοινωνία και οικονομική ανάπτυξη με μια μη ποιοτική δημοκρατία χωρίς θεσμικά αντίβαρα. Δεν υπάρχει τέτοιο μοντέλο στον δυτικό κόσμο.
Εμείς, λοιπόν, προτείνουμε συγκεκριμένες θεσμικές αλλαγές. Στο Σύνταγμα, στο πολιτικό σύστημα, για να ενισχύσουμε το κράτος δικαίου. Να απελευθερώσουμε τη δικαιοσύνη από τα δεσμά που τη θέλει η εκάστοτε κυβέρνηση επιλέγοντας την ηγεσία της δικαιοσύνης. Δίνοντας χώρο σε θεσμούς με την ενίσχυση των ανεξάρτητων αρχών.
Σε αυτό, λοιπόν, το περιβάλλον, έρχομαι στα δικά σας.
Εσείς, το Οικονομικό Επιμελητήριο, είστε χαρούμενοι;
Ακούμε για ψηφιακή σύγκλιση, για ενίσχυση των θεσμών, για ψηφιακό μετασχηματισμό. Όλα αυτά θα μπορούσαν να είναι εργαλεία απλοποίησης, που θα τα είχαν στηρίξει από το Ταμείο Ανάκαμψης. Στην πράξη, έχουμε δυστυχώς το αντίθετο.
Θεωρητικά, θα έπρεπε να είναι εργαλείο απλοποίησης. Να μειώνει τη γραφειοκρατία. Να εκσυγχρονίζει τη δημόσια διοίκηση. Στην πράξη, όμως, είναι ακριβώς το αντίθετο.
Ο ψηφιακός μετασχηματισμός, όπως υλοποιείται σήμερα, δεν καταργεί τη γραφειοκρατία — τη μεταφέρει σε ψηφιακή μορφή.
Αναπαράγει παλιές πρακτικές.
Δημιουργεί νέα εμπόδια.
Και τελικά υπονομεύει την προσπάθεια των επιχειρήσεων — κυρίως των μικρομεσαίων — να σταθούν όρθιες και ανταγωνιστικές.
Ασύνδετα πληροφοριακά συστήματα. Ημιτελείς πλατφόρμες που παρουσιάζονται ως ολοκληρωμένες.
Έλλειψη διαλειτουργικότητας. Και ταυτόχρονα, ένα συνεχώς αυξανόμενο κόστος συμμόρφωσης.
Με πρόστιμα που επιβάλλονται σε επιχειρήσεις — όχι επειδή φοροδιαφεύγουν, αλλά επειδή αδυνατούν να συμμορφωθούν με ένα σύστημα που, αντί να απλοποιεί, τελικά περιπλέκει την καθημερινότητά τους.
Σε αυτό το πλαίσιο, έρχεται να προστεθεί ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα για κάθε λογιστή και φοροτεχνικό: Η λεγόμενη «δέουσα επιμέλεια».
Σήμερα, η φορολογική διοίκηση επεκτείνει τον έλεγχο στους λογιστές, ζητώντας από εσάς να λειτουργείτε ως μηχανισμοί εντοπισμού εγκληματικών πράξεων. Να εντοπίζετε, δηλαδή, αν ο πελάτης τους εμπλέκεται σε λαθρεμπόριο ή σε ξέπλυμα χρήματος.
Χωρίς όμως να έχετε:
ούτε ελεγκτικές αρμοδιότητες, ούτε πρόσβαση σε τραπεζικά δεδομένα,
ούτε τα εργαλεία για τέτοιες διασταυρώσεις.
Αυτό δεν είναι μεταρρύθμιση. Είναι μεταφορά ευθύνης. Η θέση του ΠΑΣΟΚ είναι σαφής:
Η ευθύνη του λογιστή πρέπει να αφορά την ορθή αποτύπωση, μεταφορά και συμφωνία των δεδομένων στα βιβλία, στις καταστάσεις και στις φορολογικές δηλώσεις. Και ο πειθαρχικός έλεγχος οφείλει να ασκείται θεσμικά, από το Οικονομικό Επιμελητήριο και τα αρμόδια όργανά του. Αυτές είναι στοιχειώδεις αρχές επαγγελματικής ασφάλειας και θεσμικής τάξης.
Ποιος είναι, λοιπόν, αυτός που σήμερα επιχειρεί να σας φορτώσει ευθύνες; Το επιτελικό κράτος. Που το έφτιαξαν για να ελέγχουν τους θεσμούς και τη ροή του χρήματος, αλλά πάντα η ευθύνη πάει αλλού. Το ζήτημα, λοιπόν, είναι και η βαθύτερη κουλτούρα του τρόπου διακυβέρνησης και όπως αυτή αποτυπώνεται στις πολιτικές τους επιλογές.
Κλείνοντας, θέλω να δώσω ένα ακόμη παράδειγμα των τελευταίων ημερών. Την τετραήμερη εργασία.
Δεν είναι η πρώτη φορά που προτείνω πράγματα καινοτόμα. Τα οποία προέρχονται από την εμπειρία μου στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Για όσους με γνωρίζετε, μόλις έγινα πρόεδρος το 2021, το πρώτο πράγμα που παρουσίασα ήταν ένα ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο για τη στέγαση.
Στο πρώτο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ ήρθαν οι Πορτογάλοι του αρμόδιου υπουργείου και παρουσίασαν το πορτογαλικό μοντέλο για αξιοπρεπή στέγαση και χαμηλά ενοίκια.
Η απάντηση του κ. Μητσοτάκη; Ότι είμαι λαϊκιστής.
Όταν παρουσιάσαμε το φραγμό απέναντι στα ολιγοπώλια, πάλι ήμασταν λαϊκιστές. Αλλά, τα ολιγοπώλια γίνονται πανίσχυρα.
Και τώρα που παρουσιάζουμε την τετραήμερη εργασία, που γίνεται ως πράξη πιλοτικά σε πολλές χώρες της Ευρώπης είμαστε πάλι λαϊκιστές.
Γιατί το προτείνουμε; Γιατί είναι χιλιάδες ελληνόπουλα με πολύ υψηλή εξειδίκευση, που σπουδάζουν στην Ελλάδα, και λόγω της μισθολογικής κατάστασης επιλέγουν να φεύγουν στο εξωτερικό και δεν επιστρέφουν.
Είναι μια πρόταση που δημιουργεί κίνητρα καλύτερων εργασιακών σχέσεων, για να μπορούν να επιστρέψουν στη χώρα τους έστω και με ένα μικρότερο μισθό.
Αλλά, αφορά και στα παιδιά που είναι εδώ, τους Έλληνες, τη νέα γενιά. Που δουλεύουν στο HR, στο δημιουργικό, στα μελετητικά γραφεία και μπορούν να έχουν τη δυνατότητα της τετραήμερης εργασίας.
Αλλά, ο μηχανισμός προπαγάνδας που υπονομεύει το δημόσιο διάλογο και την εθνική στρατηγική, κομμένος και ραμμένος στο μέγεθος και στην ατζέντα του Πρωθυπουργού, σας είπε ότι είναι για τις ταβέρνες, για τα νοσοκομεία και για τα μανάβικα.
Συγγνώμη, αλλά αυτό είναι ντροπή. Είναι ντροπή και υποτιμά χιλιάδες Έλληνες με υψηλή εξειδίκευση, που γνωρίζουν πάρα πολύ καλά ότι αυτό που προτείνουμε μπορεί να γίνει πράξη και η Ελλάδα να μπει πραγματικά στην πρώτη γραμμή των χωρών με υψηλό σεβασμό και καινοτομία στα εργασιακά δικαιώματα.
Στόχος μου, λοιπόν, είναι η Ελλάδα να γίνει μια κανονική ευρωπαϊκή χώρα. Στους θεσμούς, στην οικονομία, στην υγεία, στην παιδεία, στα εργασιακά δικαιώματα.
Και αυτόν τον αγώνα καλώ να τον δώσουμε με όλες μας τις δυνάμεις, με όλον τον κόσμο, ό,τι και αν ψήφισαν στις τελευταίες εκλογές.
Γιατί πιστεύω ότι αξίζει να δώσουμε και να ενώσουμε τα χέρια για την πολιτική αλλαγή.
Υπάρχει άλλος πολιτικός δρόμος, που μπορεί να κάνει την Ελλάδα και πιο ανθεκτική αλλά και πιο δίκαιη.
Σας ευχαριστώ πολύ.
ΣΥΡΙΖΑ για Αχιλλέα Μπέο: Όταν ο κυνισμός συναντά τη χυδαιότητα
Τσιόδρας προς Κομισιόν: Άμεσες ενέργειες για μείωση κόστους λιπασμάτων και ενίσχυση επισιτιστικής ασφάλειας
Ακολουθήστε το Lykavitos.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις