Σε γνώρισα ένα απόγευμα απλό,

χωρίς μουσικές και υπερβολές—

σε μια στάση λεωφορείου,

με τον ήλιο να πέφτει λοξά στα μάτια σου.

Κρατούσες μια σακούλα με ψώνια,

ψωμί, γάλα, λίγα φρούτα—

η ζωή σου χωρούσε σε καθημερινά πράγματα,

κι όμως περίσσευε κάτι που δεν έβλεπα.

Μιλήσαμε για τον καιρό πρώτα,

ύστερα για δουλειές που δεν αγαπούσαμε,

για λογαριασμούς, για κούραση,

για μικρές ήττες που δεν τις γράφουν πουθενά.

Δεν είπες «σ’ αγαπώ»—

κι ούτε εγώ.

Μα άρχισα να θυμάμαι τη φωνή σου

σε άσχετες στιγμές της μέρας.

Στο πλύσιμο των πιάτων,

στον ήχο του νερού που έτρεχε,

στον καφέ που κρύωνε ξεχασμένος—

εκεί μπήκες, αθόρυβα.

Η αγάπη δεν ήρθε σαν καταιγίδα.

Ήρθε σαν συνήθεια:

να σε σκέφτομαι πριν κοιμηθώ,

να σου κρατάω χώρο στο τραπέζι.

Κι όταν μια μέρα δεν ήρθες,

η καρέκλα απέναντι έμεινε άδεια—

όχι δραματικά,

αλλά επίμονα.

Τότε κατάλαβα:

η αγάπη δεν φωνάζει,

δεν υπόσχεται αιωνιότητες—

κάθεται δίπλα σου

και μένει.

@ Γιάννης Παρασκευόπουλος