Από την επιστροφή του στην εξουσία τον Ιανουάριο 2025, η προσέγγιση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ προς τη Ρωσία έχει σηματοδοτήσει μια έντονη μετατόπιση στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ.
Του Aθανάσιου Χ. Παπανδρόπουλου
Βάζοντας τέλος σε χρόνια απομόνωσης του Κρεμλίνου, η κυβέρνηση Τραμπ έχει προσφέρει πολυάριθμες παραχωρήσεις στον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν, δημιουργώντας ελπίδες σε ορισμένους δυτικούς παρατηρητές ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να τερματίσουν τον πόλεμο στην Ουκρανία μετά από περισσότερα από σχεδόν τέσσερα χρόνια μαχών.
Σήμερα, με τις διαπραγματεύσεις για ειρήνευση που διεξάγονται η κατάσταση έχει φθάσει σε οριακό σημείο, πολύ φοβούμεθα όμως ότι δεν θα καταλήξει.
Οι τελευταίες προσπάθειες του προέδρου Πούτιν να δικαιολογήσει την όποια αποχώρηση από τις διαπραγματεύσεις τμε πρόσχημα ουκρανική επίθεση στην οικία του, υποκρύπτουν τις πραγματικές προθέσεις του για το ουκρανικό ζήτημα.
Είναι προφανές ότι ο Ρώσος πρόεδρος θέλει να αποφύγει την υπογραφή ειρηνευτικής συμφωνίας χωρίς ισχυρά ανταλλάγματα για λαϊκή κατανάλωση στο εσωτερικό της χώρας του.
Εξάλλου είναι καιρός, η Δύση να αρχίσει να ασχολεί8ται πιο σοβαρά και σχολαστικά με τις εσωτερικές ρωσικές εξελίξεις, οι οποίες είναι εξαιρετικά ρευστές και όχι απαλλαγμένες κινδύνων για μια χώρα όπως η Ρωσία.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι κεντρικός για τη νομιμότητα του Πούτιν, χωρίς να του αφήνει κανένα λογικό κίνητρο να τον τερματίσει οικειοθελώς. Τουλάχιστον από τα τέλη του 2022, το Κρεμλίνο έχει παρουσιάσει τον πόλεμό του στην Ουκρανία ως «πόλεμο με το NATO» και η αντιπαράθεση με τη Δύση έχει γίνει βασικό στοιχείο της ιδεολογίας του καθεστώτος.
Για να τερματιστεί πραγματικά η σύγκρουση, επομένως, πιθανότατα απαιτείται μια αλλαγή καθεστώτος στη Μόσχα - και μάλιστα μια αλλαγή που θα καθοδηγείται από παράγοντες εντός της Ρωσίας που ούτε επωφελούνται από τον πόλεμο ούτε ευθυγραμμίζονται με τον Πούτιν. Η τρέχουσα προσπάθεια υπό την ηγεσία των ΗΠΑ για ειρήνευση έχει σε μεγάλο βαθμό παραμερίσει το πιο κρίσιμο ζήτημα μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία, τόσο υπό τον Πούτιν όσο και μετά τον Πούτιν.
Ήδη πολύ πριν από το 2022, ο χαρακτήρας του καθεστώτος Πούτιν είχε αλλάξει σημαντικά, καθώς ο Πούτιν απομακρύνθηκα από τη Δύση. Για χρόνια, το Κρεμλίνο έχτιζε μια υπερσυντηρητική, αναθεωρητική ιδεολογία επικεντρωμένη σε αντιμοντέρνες αξίες. Μετά το 2012, όταν ο Πούτιν επέστρεψε στην προεδρία, το Κρεμλίνο άρχισε να σφίγγει τον έλεγχο των ελίτ της Ρωσίας, ασπαζόμενο έναν αρχαϊκό μιλιταρισμό και διευρύνοντας την καταστολή της κοινωνίας των πολιτών.
Ωστόσο, από την πλήρη εισβολή στην Ουκρανία και ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, αυτή η εξέλιξη έχει προχωρήσει πολύ περισσότερο. Ο Πούτιν ανέμενε μια γρήγορη και φθηνή νίκη, όχι έναν παρατεταμένο πόλεμο. Η κατάσταση τον ανάγκασε να επιταχύνει την αναδιάρθρωση των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών συστημάτων της Ρωσίας για να σφίξει τον έλεγχο του στο έθνος. Παράλληλα με την προοδευτική στρατιωτικοποίηση της ρωσικής οικονομίας, αυτές οι αλλαγές έχουν δημιουργήσει σοβαρές εντάσεις εντός του καθεστώτος.
Οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Ένωση σε μεγάλο βαθμό, δεν δίνουν το βάρος που πρέπει σε αυτές τις εσωτερικές αλλαγές και αυτή η στάση ίσως αποδειχθεί επικίνδυνη τελικά. Αντί να προετοιμαστεί για ένα μεταπολεμικό μέλλον ανανεωμένων σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη, ο Πούτιν έχει βάλει τη Ρωσία σε μια ολισθηρή πλαγιά αυτοενισχυόμενης και διαρκούς σύγκρουσης με τη Δύση.
Εάν το καθεστώς πετύχει τον στόχο του μέσα στα επόμενα χρόνια η Ρωσία θα μπορούσε να φτάσει σε μια κοινωνικοπολιτική ισορροπία που μοιάζει λιγότερο με μια καπιταλιστική αυταρχική χώρα με ελίτ του ιδιωτικού τομέα και περισσότερο με μια στρατιωτικοποιημένη απολυταρχία τύπου Βόρειας Κορέας. Για το Κρεμλίνο, μια τέτοια ισορροπία θα μπορούσε να το βοηθήσει να αντέξει ακόμη και σημαντικές προκλήσεις για την κυριαρχία του, όπως έκανε η Πιονγιάνγκ κατά τη διάρκεια μιας καταστροφικής οικονομικής κρίσης τη δεκαετία του 1990.
Επιπλέον, δεδομένου του μεγάλου μεγέθους και της στρατιωτικής ισχύος της Ρωσίας, αυτό το είδος μετασχηματισμού θα μπορούσε επίσης να θέσει σοβαρούς κινδύνους για την παγκόσμια ασφάλεια.
«...Ωστόσο...», όπως επισημαίνει ο Αντρεϊ Γιακόβλεφ, ερευνητής στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και συνεργάτης του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, «...η προσπάθεια του Πούτιν να αναδιαμορφώσει το ρωσικό κράτος σύμφωνα με τις ανάγκες του για μόνιμη παραμονή στην εξουσία, προκαλεί αντιδράσεις στο εσωτ4ερικό του συστήματός του και οι τελευταίες προκαλούν νέα τρωτά σημεία στο καθεστώς.
Έτσι, η ρωσική οικονομία παρουσιάζει βαθύτατες ανισορροπίες και ισχυρή πλέον εξάρτηση από τα έσοδα από το πετρέλαιο. Στο βαθμό όμως που καλπάζουν οι πολιτικές δαπάνες, ενώ πέφτουν οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου η ρωσική πολεμική οικονομία γίνεται όλο και που ευάλωτη.
Επιπλέον, αναδύονται εντάσεις μεταξύ των ρωσικών ελίτ ως αποτέλεσμα των προσπαθειών του Πούτιν να παραμερίσει τους υπάρχοντες επιχειρηματικούς ηγέτες, τους γραφειοκράτες και άλλους, υπέρ των πιστών που προσκολλώνται στην ιδεολογία του καθεστώτος ή τουλάχιστον την υποστηρίζουν με λόγια, όπως οι βετεράνοι πολέμου.
Για να αποτρέψει τον Πούτιν και τον στενό του κύκλο από το να ολοκληρώσουν αυτόν τον μετασχηματισμό, η Δύση θα πρέπει να εκμεταλλευτεί αυτά τα τρωτά σημεία. Αλλά αυτό θα απαιτήσει την άσκηση περισσότερης οικονομικής και στρατιωτικής πίεσης στη Ρωσία, ενώ παράλληλα θα στέλνει μηνύματα και θα προσφέρει κίνητρα σε πιθανούς διαφωνούντες της ελίτ - σε εκείνους που επηρεάζονται περισσότερο από τον ταχύ και δυναμικό μετασχηματισμό της ρωσικής κοινωνίας από το Κρεμλίνο και οι οποίοι είναι δυνητικά ικανοί να τον σταματήσουν....», τονίζει ο Α.Γιακόβλεφ και η παρατήρησή του ιχνογραφεί μια πραγματικότητα.
Μια πραγματικότητα που απαιτεί προσοχή την ώρα που στην Αμερική η προεδρία Τράμπ ανατρέπει ισορροπίες και δημιουργεί για τον δυτικό κόσμο νέες συνθήκες λειτουργίας και θεσμικής οργάνωσης.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους, δεν απομένει πολύς χρόνος για να οδηγήσουν τη Ρωσία έξω από την τρέχουσα πορεία της. Μέχρι στιγμής, η Δύση δεν έχει καταφέρει να παρουσιάσει ένα πειστικό μεταπολεμικό όραμα για τη Ρωσία και ένα σχέδιο για την επίτευξή του που να μπορεί να προσελκύσει άμεσα τους ίδιους τους Ρώσους. Ένα τέτοιο όραμα,
θα πρέπει να έχει ως κύριο στόχο του την αποδυνάμωση ρωσο-κινεζικών σχέσεων και την ενθάρρυνση των ρωσικών ελίτ να αμφισβητήσουν την κυριαρχία Πούτιν. Πρίν η δική τους κατάσταση επιδεινωθεί από τον βορειοκορεάτικο προσανατολισμό του καθεστώτος.
Αν όμως επιτραπεί να συνεχιστούν οι τρέχουσες τάσεις, η Ευρώπη μπορεί σύντομα να αντιμετωπίσει μια πλήρως στρατιωτικοποιημένη απολυταρχία στα σύνορά της, η οποία είναι παρόμοια σε δομή με αυτή της Βόρειας Κορέας και πολύ πιο επικίνδυνη.
Και οι Ηνωμένες Πολιτείες ίσως χρειαστεί να επιτρέψουν μια στρατιωτική ένωση μεταξύ Ρωσίας και Κίνας, η οποία κάθε άλλο παρά θα «μεγάλη» θα κάνει την Αμερική.
Ακολουθήστε το Lykavitos.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις