Εκτεταμένες διαδηλώσεις σε ολόκληρο το Ιράν ασκούν έντονη πίεση στο θεοκρατικό καθεστώς της χώρας, καθώς η επιδεινούμενη οικονομική κρίση έχει οδηγήσει τις Αρχές στο κλείσιμο του διαδικτύου και των τηλεφωνικών δικτύων. Η Τεχεράνη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις συνέπειες ενός πολέμου διάρκειας 12 ημερών που ξεκίνησε τον Ιούνιο από το Ισραήλ, κατά τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες βομβάρδισαν πυρηνικές εγκαταστάσεις στο Ιράν.
Η οικονομική πίεση εντάθηκε περαιτέρω από τον Σεπτέμβριο, όταν τα Ηνωμένα Έθνη επανέφεραν κυρώσεις σε βάρος της χώρας λόγω του πυρηνικού της προγράμματος. Το ιρανικό νόμισμα, το ριάλ, έχει καταρρεύσει, με την ισοτιμία να ξεπερνά πλέον το 1,4 εκατομμύριο ριάλ ανά δολάριο. Την ίδια στιγμή, ο αυτοαποκαλούμενος «Άξονας της Αντίστασης» του Ιράν, ένας συνασπισμός χωρών και ένοπλων οργανώσεων που υποστηρίζονται από την Τεχεράνη, έχει αποδυναμωθεί δραστικά από την έναρξη του πολέμου Ισραήλ–Χαμάς το 2023.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν λάβει οι δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος προειδοποίησε ότι εάν η Τεχεράνη «δολοφονήσει βίαια ειρηνικούς διαδηλωτές», οι Ηνωμένες Πολιτείες «θα σπεύσουν να τους σώσουν». Η απειλή αυτή απέκτησε νέο νόημα μετά τη σύλληψη από Αμερικανούς στρατιώτες του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, ο οποίος θεωρείται μακροχρόνιος σύμμαχος της Τεχεράνης. «Το παρακολουθούμε πολύ στενά», δήλωσε ο Τραμπ την Κυριακή, προσθέτοντας: «Αν αρχίσουν να σκοτώνουν ανθρώπους όπως στο παρελθόν, νομίζω ότι θα δεχθούν πολύ σκληρό πλήγμα από τις Ηνωμένες Πολιτείες».
Η έκταση των διαδηλώσεων
Περισσότερες από 390 διαδηλώσεις έχουν καταγραφεί και στις 31 επαρχίες του Ιράν, σύμφωνα με το αμερικανικό πρακτορείο Human Rights Activists News Agency, το οποίο ανέφερε ότι ο αριθμός των νεκρών έχει φτάσει τουλάχιστον τους 42, ενώ έχουν πραγματοποιηθεί πάνω από 2.270 συλλήψεις. Η οργάνωση βασίζεται σε δίκτυο ακτιβιστών στο εσωτερικό της χώρας και στο παρελθόν έχει αποδειχθεί αξιόπιστη σε περιόδους αναταραχής.
Η πραγματική έκταση των κινητοποιήσεων παραμένει δύσκολο να αποτιμηθεί, καθώς τα ιρανικά κρατικά μέσα ενημέρωσης παρέχουν ελάχιστες πληροφορίες. Βίντεο που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο προσφέρουν μόνο αποσπασματικές εικόνες διαδηλωτών ή ήχους πυροβολισμών, ενώ οι δημοσιογράφοι αντιμετωπίζουν αυστηρούς περιορισμούς, όπως την ανάγκη ειδικής άδειας για μετακινήσεις και τον κίνδυνο παρενόχλησης ή σύλληψης. Το μπλακάουτ στο διαδίκτυο έχει επιδεινώσει ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Παρά τις απειλές, οι διαδηλώσεις συνεχίζονται, ακόμη και μετά τη δήλωση του ανώτατου ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ ότι «οι ταραχοποιοί πρέπει να μπουν στη θέση τους». Από τα τέλη Δεκεμβρίου έχουν αναφερθεί εκατοντάδες κινητοποιήσεις, με ακτιβιστές να κάνουν λόγο για τουλάχιστον 35 νεκρούς και πάνω από 1.200 κρατούμενους.
Τα αίτια των κινητοποιήσεων
Η κατάρρευση του ριάλ έχει οδηγήσει σε βαθιά οικονομική κρίση. Οι τιμές βασικών αγαθών, όπως το κρέας και το ρύζι, έχουν αυξηθεί σημαντικά, ενώ ο πληθωρισμός κινείται γύρω στο 40% σε ετήσια βάση. Τον Δεκέμβριο, το Ιράν εισήγαγε νέο τιμολογιακό καθεστώς για τα επιδοτούμενα καύσιμα, αυξάνοντας την τιμή της βενζίνης και επιβαρύνοντας περαιτέρω τον πληθυσμό. Η κυβέρνηση σκοπεύει να επανεξετάζει τις τιμές ανά τρίμηνο, ενώ αναμένεται νέα αύξηση στις τιμές τροφίμων, μετά την απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας να καταργήσει το προνομιακό επιδοτούμενο συνάλλαγμα για όλα τα προϊόντα, πλην των φαρμάκων και του σιταριού.
Οι πρώτες κινητοποιήσεις ξεκίνησαν στα τέλη Δεκεμβρίου από εμπόρους στην Τεχεράνη και στη συνέχεια επεκτάθηκαν. Αν και αρχικά είχαν καθαρά οικονομικό χαρακτήρα, σύντομα συνοδεύτηκαν από αντικυβερνητικά συνθήματα. Η οργή συσσωρευόταν εδώ και χρόνια, ιδιαίτερα μετά τον θάνατο της 22χρονης Μαχσά Αμινί υπό αστυνομική κράτηση το 2022, γεγονός που είχε προκαλέσει πανεθνικές διαδηλώσεις.
Αποδυνάμωση συμμαχιών και διεθνείς ανησυχίες
Ο «Άξονας της Αντίστασης» του Ιράν, που ενισχύθηκε μετά την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003, βρίσκεται σε κρίση. Η Χαμάς έχει υποστεί συντριπτικά πλήγματα στη Λωρίδα της Γάζας, ενώ η Χεζμπολάχ στον Λίβανο έχει χάσει την ηγεσία της. Τον Δεκέμβριο του 2024, επίθεση-αστραπή ανέτρεψε στη Συρία τον μακροχρόνιο σύμμαχο της Τεχεράνης, τον πρόεδρο Μπασάρ αλ Άσαντ. Παράλληλα, οι αντάρτες Χούθι στην Υεμένη έχουν δεχθεί σφοδρά πλήγματα από ισραηλινές και αμερικανικές αεροπορικές επιδρομές.
Η Κίνα παραμένει σημαντικός αγοραστής ιρανικού πετρελαίου, χωρίς όμως να παρέχει στρατιωτική στήριξη, ενώ το ίδιο ισχύει και για τη Ρωσία, η οποία έχει χρησιμοποιήσει ιρανικά drones στον πόλεμο στην Ουκρανία.
Πυρηνικό πρόγραμμα και σχέσεις με τη Δύση
Η Δύση εκφράζει έντονη ανησυχία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Παρότι η Τεχεράνη επιμένει ότι έχει ειρηνικό χαρακτήρα, αξιωματούχοι απειλούν ολοένα και περισσότερο με την απόκτηση πυρηνικού όπλου. Το Ιράν είχε εμπλουτίσει ουράνιο σε επίπεδα κοντά σε στρατιωτική χρήση πριν από την αμερικανική επίθεση του Ιουνίου, ενώ έχει περιορίσει τη συνεργασία του με τη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας. Ο γενικός διευθυντής της υπηρεσίας έχει προειδοποιήσει ότι η χώρα θα μπορούσε να κατασκευάσει έως και 10 πυρηνικές βόμβες, εάν το αποφασίσει.
Παρότι οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών εκτιμούν ότι το Ιράν δεν έχει ξεκινήσει επίσημο πρόγραμμα όπλων, αναφέρουν ότι έχει προβεί σε ενέργειες που το φέρνουν πιο κοντά στην κατασκευή πυρηνικής συσκευής. Πρόσφατα, η Τεχεράνη δήλωσε ότι σταμάτησε τον εμπλουτισμό ουρανίου σε όλες τις εγκαταστάσεις της, επιχειρώντας να δείξει διάθεση διαλόγου για άρση των κυρώσεων, χωρίς ωστόσο να έχουν σημειωθεί ουσιαστικές συνομιλίες μετά τον πόλεμο του Ιουνίου.
Η ιστορική ένταση Ιράν – ΗΠΑ
Οι σχέσεις Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών είναι τεταμένες εδώ και δεκαετίες. Υπό τον σάχη Μοχάμαντ Ρεζά Παχλαβί, το Ιράν ήταν στενός σύμμαχος της Ουάσινγκτον, μέχρι την Ισλαμική Επανάσταση του 1979, που οδήγησε στην άνοδο του Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί. Ακολούθησε η κατάληψη της αμερικανικής πρεσβείας στην Τεχεράνη και η κρίση ομηρίας 444 ημερών. Κατά τον πόλεμο Ιράν–Ιράκ τη δεκαετία του 1980, οι ΗΠΑ στήριξαν τον Σαντάμ Χουσεΐν.
Οι σχέσεις κορυφώθηκαν με τη συμφωνία για τα πυρηνικά το 2015, η οποία όμως κατέρρευσε όταν ο Τραμπ αποχώρησε μονομερώς το 2018, οδηγώντας σε νέα ένταση που κλιμακώθηκε μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 κατά του Ισραήλ.
Τραμπ: Ακύρωσα το δεύτερο κύμα επίθεσης στη Βενεζουέλα
Ο Χαμενεΐ απειλεί τους διαδηλωτές στο Ιράν: Δεν θα ανεχθούμε μισθοφόρους ξένων δυνάμεων
Ακολουθήστε το Lykavitos.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις