Τα τελευταία χρόνια, η συζήτηση γύρω από την επίδραση των social media στους εφήβους έχει μετατραπεί σε πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα πρώτης γραμμής. Κυβερνήσεις, γονείς και ειδικοί εκφράζουν όλο και πιο έντονες ανησυχίες για την ψυχική υγεία των νέων, τον εθισμό στις οθόνες, τον διαδικτυακό εκφοβισμό και την έκθεση σε επιβλαβές περιεχόμενο. Σε αρκετές χώρες, η ιδέα της απαγόρευσης των social media για ανηλίκους είναι μονόδρομος.
Η αυξανόμενη ανησυχία για την ψυχική υγεία των εφήβων λόγω των social media φέρνει στο τραπέζι σκληρά μέτρα. Όμως οι απαγορεύσεις μπορεί να μην προστατεύουν τελικά κανέναν – ή και να έχουν αντίθετα αποτελέσματα.
Μετά την πρωτοπόρο Αυστραλία – την πρώτη χώρα που απαγόρευσε τα social media σε παιδιά κάτω των 16 – και τη Γαλλία, που έχει ήδη θεσπίσει καθολικό «μπλόκο» για εφήβους κάτω των 15, χώρες όπως η Ισπανία, η Ελλάδα, η Ολλανδία και η Δανία δηλώνουν επίσης ότι σκοπεύουν να προστατεύσουν τους ανήλικους από πλατφόρμες όπως TikTok, Instagram και X.
Ωστόσο, η προσέγγιση αυτή, όσο ελκυστική κι αν φαίνεται πολιτικά, ίσως δεν αποτελεί την αποτελεσματικότερη λύση. Σύμφωνα με την ανάλυση του Economist, οι κίνδυνοι είναι πραγματικοί, αλλά οι απαγορεύσεις μπορεί να είναι αναποτελεσματικές, δύσκολες στην εφαρμογή και πιθανόν να δημιουργήσουν νέα προβλήματα.
Οι απαγορεύσεις μπορεί να έχουν αντίθετα αποτελέσματα
Υπάρχει πράγματι αυξανόμενη συσχέτιση ανάμεσα στη έντονη χρήση social media και σε προβλήματα ψυχικής υγείας των εφήβων – άγχος, κατάθλιψη, διατροφικές διαταραχές.
Ωστόσο δεν είναι σαφές, αν αυτά καθεαυτά τα social media προκαλούν τα προβλήματα ή αν οι ήδη ευάλωτοι νέοι στρέφονται περισσότερο σε αυτά.
Αυτό σημαίνει ότι μια γενικευμένη και οριζόντια απαγόρευση μπορεί να βασίζεται σε ατελή δεδομένα και να αντιμετωπίζει το σύμπτωμα αντί για την αιτία.
Ακόμη κι αν αποφασιστεί σε πολιτικό επίπεδο, η εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου παρουσιάζει σοβαρά εμπόδια. Οι έφηβοι μπορούν εύκολα να παρακάμπτουν ελέγχους ηλικίας, να χρησιμοποιούν λογαριασμούς τρίτων ή να μετακινούνται σε λιγότερο ελεγχόμενες πλατφόρμες και στις πιο σκοτεινές γωνιές του διαδικτύου.
Παράλληλα, τα συστήματα επαλήθευσης ηλικίας εγείρουν σημαντικά ζητήματα ιδιωτικότητας και προστασίας προσωπικών δεδομένων.
Το αποτέλεσμα είναι συχνά μια πολιτική που υπάρχει στα χαρτιά, αλλά εφαρμόζεται μερικώς ή επιλεκτικά.
- σε μετακίνηση προς πιο επικίνδυνες πλατφόρμες,
- σε χρήση «κρυφών» ή ανεπίσημων ψηφιακών χώρων χωρίς εποπτεία,
- σε απώλεια πρόσβασης σε κοινότητες υποστήριξης και κοινωνικής αλληλεπίδρασης.
Για πολλούς εφήβους, ιδιαίτερα για όσους αισθάνονται περιθωριοποιημένοι στο φυσικό τους περιβάλλον, τα social media αποτελούν χώρο έκφρασης, σύνδεσης, επικοινωνίας και αναζήτησης ταυτότητας.
Η κριτική στρέφεται όλο και περισσότερο προς τις ίδιες τις εταιρείες τεχνολογίας. Τα social media έχουν σχεδιαστεί για να κρατούν τον χρήστη όσο το δυνατόν περισσότερο online: ανελέητο σκρολάρισμα, ειδοποιήσεις, αλγόριθμοι που ενισχύουν την αλληλεπίδραση, το γνωστό engagement.
Το επιχειρηματικό μοντέλο βασίζεται στην προσοχή του χρήστη και στη διαφήμιση. Αυτό σημαίνει ότι η το «κόλλημα» στα social media δεν είναι «παρενέργεια», αλλά βασικό χαρακτηριστικό του συστήματος.
Παλιά ήταν η τηλεόραση και τα βιντεοπαιχνίδια, τώρα τα social media
Νέα μελέτη του Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ έρχεται να διαπιστώσει τα παραπάνω, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο αυξημένος χρόνος στα social media ή στο online gaming δεν προκαλεί από μόνος του προβλήματα ψυχικής υγείας στους εφήβους.
Τα ευρήματα αυτά ακολουθούν ένα γνώριμο μοτίβο: όπως παλαιότερες γενιές προειδοποιούσαν ότι η τηλεόραση ή τα βιντεοπαιχνίδια «θα καταστρέψουν» το μυαλό των παιδιών, έτσι και σήμερα ο πανικός γύρω από τις οθόνες ξεπερνά τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα, οδηγώντας συχνά σε απλοϊκές πολιτικές λύσεις για πολύπλοκες προκλήσεις στον ψηφιακό κόσμο των παιδιών.
Η μελέτη του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ, που δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο στο Journal of Public Health, παρακολούθησε 25.000 παιδιά ηλικίας 11 έως 14 ετών για τρία σχολικά έτη, καταγράφοντας τη χρήση social media, τη συχνότητα ενασχόλησης με παιχνίδια και τις συναισθηματικές ή συμπεριφορικές δυσκολίες τους.
Οι ερευνητές ζήτησαν από τους συμμετέχοντες να δηλώσουν τον μέσο χρόνο που περνούν στα social media μια τυπική σχολική ημέρα, πόσο συχνά παίζουν σε υπολογιστή ή κονσόλα και να συμπληρώσουν μια δεκάβαθμη κλίμακα αξιολόγησης ψυχικής υγείας παιδιών. Η έρευνα δεν βρήκε στοιχεία που να δείχνουν ότι ο χρόνος στα social media ή στο online gaming προβλέπει συναισθηματικές ή συμπεριφορικές δυσκολίες.
Τα αποτελέσματα συνάδουν με προηγούμενα ευρήματα του American Psychological Association, που το 2023 εξέδωσε οδηγία με τίτλο «Health Advisory on Social Media Use in Adolescence», επισημαίνοντας ότι «η χρήση των social media δεν είναι από τη φύση της ούτε ωφέλιμη ούτε επιβλαβής για τους νέους».
Αντίθετα, τόνιζε ότι η επίδρασή τους στους εφήβους εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως τα ατομικά και ψυχολογικά χαρακτηριστικά, το κοινωνικό περιβάλλον, το περιεχόμενο που επιλέγουν να παρακολουθούν και οι λειτουργίες των ίδιων των πλατφορμών.
Η ίδια οδηγία υπογράμμισε επίσης ότι η εφηβική ανάπτυξη είναι «σταδιακή και συνεχής» και διαφέρει από άτομο σε άτομο, πράγμα που σημαίνει ότι δεν υπάρχει μία συγκεκριμένη ηλικία στην οποία τα παιδιά μπορούν με βεβαιότητα να διαχειριστούν με ασφάλεια και υπευθυνότητα την εμπειρία τους στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης.
Αντί για απαγόρευση, τι;
Οι απαγορεύσεις για παιδιά κάτω από μια συγκεκριμένη ηλικία συχνά τείνουν να αποδειχτούν αναποτελεσματικές: ενθαρρύνουν την παράκαμψη των περιορισμών και μειώνουν τα κίνητρα των πλατφορμών να αναπτύξουν εργαλεία ασφάλειας για ανηλίκους.
Η αντιμετώπιση του χρόνου μπροστά στην οθόνη ως του βασικού προβλήματος αποσπά την προσοχή από την πιο δύσκολη αλλά αναγκαία προσπάθεια: τον σχεδιασμό ευέλικτων πολιτικών βασισμένων σε δεδομένα, που αντανακλούν τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά βιώνουν πραγματικά το διαδίκτυο.
Η πιο αποτελεσματική πολιτική, σύμφωνα με την αναλυτές, δεν είναι η απομάκρυνση των εφήβων από το διαδίκτυο, αλλά η αλλαγή του ψηφιακού περιβάλλοντος. Μεταξύ των προτεινόμενων παρεμβάσεων είναι:
- αυστηρότερη ρύθμιση των εταιρειών τεχνολογίας,
- περιορισμός εθιστικών λειτουργιών,
- μεγαλύτερη διαφάνεια στους αλγορίθμους,
- πρόσβαση ερευνητών σε δεδομένα,
- ισχυρότερη προστασία ανηλίκων και ιδιωτικότητας.
Η συζήτηση μετατοπίζεται έτσι από το «πώς θα απομακρύνουμε τα παιδιά από τα social media» στο «πώς θα κάνουμε τα social media ασφαλέστερα για τα παιδιά».
Ιστορικά, κάθε νέα μορφή επικοινωνίας - από την τηλεόραση έως τα video games, προκαλούσε αρχικά ένα μικρό πανικό.
Με τον χρόνο, οι κοινωνίες δεν την απαγόρευσαν, αλλά τη ρύθμισαν και έμαθαν να ζουν με αυτήν.
Το ίδιο συμβαίνει και με τα social media. Οι έφηβοι δεν πρόκειται να εξαφανιστούν από τον ψηφιακό κόσμο.
Το ερώτημα είναι αν θα τον εγκαταλείψουν χωρίς προστασία ή αν θα διαμορφωθεί με κανόνες που τους λαμβάνουν υπόψη.
Η απαγόρευση είναι μια πολιτικά ελκυστική λύση: απλή, άμεση και εύκολη στην επικοινωνία. Όμως τα προβλήματα που επιχειρεί να λύσει είναι σύνθετα.
Κι αυτό είναι το πραγματικό δίλημμα.
Το μέλλον της ψηφιακής παιδικής ηλικίας δεν θα κριθεί από το αν οι έφηβοι θα έχουν πρόσβαση στα social media, αλλά από το τι είδους social media θα υπάρχουν.
Τραμπ σε Ζελένσκι: «Πρέπει να κινηθείς - Η Ρωσία θέλει συμφωνία»
Στις 17 και 18 Φεβρουαρίου στη Γενεύη η νέα τριμερής ΗΠΑ, Ουκρανίας και Ρωσίας
Ακολουθήστε το Lykavitos.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις